Η νεκρώσιμη ωδή

Η νεκρώσιμη ωδή

O Ρόντιον Ρομάνοβιτς Ρασκόλνικοβ επιστρέφει στο σπίτι της οδού Κακούσκιν. Στο βρώμικο κουρελιασμένο πουκάμισο που φοράει φαίνονται  κηλίδες αίματος. Το σκυθρωπό του πρόσωπο αντανακλά μία αλαζονική αδιαφορία.  Είναι κουρασμένος και ιδρωμένος. Οι φλέβες στο κεφάλι του είναι έτοιμες να εκραγούν. Ο υποσιτισμός των τελευταίων ημερών τον έχει καταβάλει. Έχει πυρετό. Τα μάτια του πέφτουν πάνω σ’ ένα γράμμα που βρίσκεται πάνω στο γραφείο του. Η σπιτονοικοκυρά φαίνεται να το είχε αφήσει εκεί μαζί με ένα πιάτο σούπα. Ο Ρόντια, περίεργος, σκίζει βιαστικά το φάκελο και αρχίζει να διαβάζει ψιθυριστά.

Αγαπητέ μου Ρόντια,

Από καιρό ήξερα ότι δεν ήθελες να μοιραστείς τις σκέψεις σου με το «κοπάδι των ανθρώπων», γνωρίζοντας άλλωστε καλά την περιφρόνηση που θρέφεις για δαύτους. Οπότε, καταλαβαίνεις ότι δεν περίμενα να δω τις σκέψεις σου δημοσιευμένες στον εβδομαδιαίο τύπο. Ξέρω ότι την τελευταία φορά που σε είδα ήσουν κουρέλης. Είχες ανάγκη από λεφτά. Ήθελες να ζήσεις ακόμα λίγο, ενώ ξέρεις ότι τον θάνατο τον κυνηγάς και τον προσμένεις καρτερικά από μέρα σε μέρα. Με συγχωρείς, Ρόντια, ξέρουμε και οι δύο ότι δεν ήθελες απλώς να ζήσεις· προσδοκούσες να θριαμβεύσεις στον εαυτό σου.  Είπες να δώσεις το τελευταίο σου πόλεμο, ενώ ξέρεις ότι έτσι θα έδινες τροφή στα θηρία που διψούν για τον αίμα των ομοίων τους.  Ξέρω Ρόντια, ότι επικοινωνούσαμε λιγοστά  με τις λέξεις. Περισσότερο μάντευα τί σκεφτόσουν. Αν εξαιρέσουμε, βεβαίως, εκείνο το βράδυ που υπό την επήρεια της βότκας, ομολόγησες την σκέψη σου. Την σκέψη σου Ρόντια. Μα, γι’ αυτό πρόκειται άλλωστε. Είδα τη σκέψη σου δημοσιευμένη σε μία φυλλάδα που την διαβάζει το κοπάδι των ομοίων σου, που πάντα περιφρονούσες. Ξέρω ότι στο άρθρο που μόλις διάβασα, δεν ήθελες να αποκαλύψεις τι πραγματικά σκέφτεσαι. Μα, γνωρίζω πολύ καλά τι συνέβη. Ξεκίνησες να γράφεις, ψεύδη και πράγματα άλογα και ασύμβατα με την σκέψη σου. Άρχισες να διστάζεις. Η λύσσα όμως σε κυρίευσε. Ήθελες να δείξεις στον εαυτό σου, ότι πια τίποτα δεν μπορεί να σε σταματήσει. Η πένα σου ήθελε να δώσει τη χαριστική βολή. Το έκανες. Θέλω να σου εκμυστηρευτώ κάτι. Πάντα προσπαθούσα να σου φέρω αντίλογο-όχι επειδή διαφωνούσα, αλλά επειδή στη πραγματικότητα απολάμβανα το ρομαντικό κυνισμό που σε διακατείχε. Όχι, δεν αντιφάσκω εδώ. Καλά διαβάζεις, «ρομαντικός κυνισμός». Κατάφερες να εξημερώσεις τα άγρια δίπολα της ψυχής σου. Ρομαντικός, γιατί θες να εξυψωθείς στο υπερβατικό υπερπέραν, να γίνεις ο βασιλιάς του εαυτού σου, ο δυνάστης των αισθήσεων σου. Κυνικός, γιατί όμοιος με σακάτη που έγινε τυφλός και κουφός έζησες για πολύ καιρό μονάχος για να μη συμπορευτείς με τη πλέμπα των ανθρώπων, στους οποίους γύρισες αδιάφορα τη πλάτη. Μα ναι, Ρόντια, το να εμπορεύεσαι και να παζαρεύεις τη δύναμη σου με το κοπάδι το θεωρούσες πάντα αισχρό και περιφρονητικό. Προσπαθούσα λοιπόν, να βρω κάτι που θα με προστατεύσει, έψαχνα από κάπου να πιαστώ. Αδύνατον. Η σκέψη σου θριάμβευσε και τώρα θέλω να σου πω, αυτό που ποτέ δεν μπόρεσα να σου εκμυστηρευτώ, όταν σε είχα απέναντι μου. Συγχώρα με για τις συναισθηματολογίες που πάντα περιφρονούσες, αλλά πιθανότατα είναι η τελευταία φορά που συνομιλούμε. Ο άνθρωπος είναι συναισθηματικός, κι’ όσο και αν η λογική ψάχνει να θριαμβεύσει, πάντα θα υπάρχει αυτή η αβυσσαλέα δύναμη που θα ψάχνει τρόπο να εκφραστεί. Αγαπητέ μου Ρόντια, ξέρω ότι πάντα μου έλεγες να μην ενθουσιάζομαι αυθαιρέτως και να προσέχω την άκρατη συναισθηματολογία που ενίοτε με χαρακτηρίζει· εδώ όμως το ζήτημα δεν χωράει αναβολή. Για να να μην χαθώ σε μία συνεχόμενη κουβεντολογία, σου παραθέτω το απόσπασμα του άρθρου σου που τροφοδότησε όλη αυτή την εσωτερική σύγκρουση.

«Όλοι οι άνθρωποι διαιρούνται σε ‘’κοινούς’’ κι ‘’εξαιρετικούς’’. Οι κοινοί πρέπει να ζουν υπακούοντας και δεν έχουν το δικαίωμα να προχωρήσουν πέρα απ’ τον Νόμο, γιατί, βλέπετε, είναι κοινοί. Μα οι εξαιρετικοί έχουν το δικαίωμα να κάνουν κάθε έγκλημα και να παρεβαίνουν με κάθε τρόπο το Νόμο, κατά κύριο λόγο γιατί είναι εξαιρετικοί. Η ιδέα αυτή συνίσταται στο ότι οι άνθρωποι, εκ φύσεως χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στην κατώτερη(τους κοινούς), που είναι ένα υλικό για την αναπαραγωγή του είδους, και στους καθαυτό ανθρώπους, που έχουν το χάρισμα και το ταλέντο να πουν στο περιβάλλον τους ένα καινούργιο λόγο. Η πρώτη κατηγορία, δηλαδή το υλικό, είναι στη γενικότητά της άνθρωποι συντηρητικοί, άψογοι, ζουν υποταγμένοι και τους αρέσει να υπακούν. Κατά τη γνώμη μου, έχουν καθήκον να ‘ναι υπάκουοι, γιατί η υπακοή γι’ αυτούς δεν είναι καθόλου ταπεινωτική. Η δεύτερη κατηγορία είναι όλοι τους άνθρωποι πάνω απ’ το Νόμο, είναι καταλύτες ή έχουν την τάση να τον καταλύουν, ανάλογα με τις ικανότητές τους. Εννοείται πως τα εγκλήματα είναι πολύμορφα και ανάλογα με τους ανθρώπους που τα διαπράττουν: στις περισσότερες περιπτώσεις ζητάνε με πολύ διαφορετικά προγράμματα το γκρέμισμα του παλιού εν ονόματι ενός καινούργιου που θα’ναι καλύτερο. Αν όμως σε κανέναν απ’ αυτούς χρειαστεί για την ιδέα του να περάσει έστω και πάνω από ’να πτώμα, πάνω από αίμα, τότε ο άνθρωπος αυτός μπορεί, νομίζω, να δώσει το δικαίωμα στη συνείδησή του να περάσει πάνω από πτώμα-ανάλογα, φυσικά, με την ιδέα του και το μέγεθός της-, αν μπορώ να το πω έτσι.»

Ναι Ρόντια, θυμάμαι. Θυμάμαι, τα σπινθηροβόλα μάτια σου, όταν μου φώναζες σε έκσταση ότι «πρέπει να ξεκαθαρίσω αν είμαι άνθρωπος δυνατός η αδύνατος.» Πάντα ήξερα ότι θα τα κατάφερνες. Η κοινώς εννοούμενη ανθρώπινη ηθική για σένα ήταν μια καλοστημένη πλεκτάνη, για να βασιλεύουν οι δυνατοί καταπατώντας την, ώστε να καταπιέζονται οι αδύναμοι υπακούοντας σε αυτή. Η αντικειμενική ηθική δηλαδή φίλε μου, πολύ απλά, είναι μια γοητευτική απάτη, επιβεβλημένη στου ηλίθιους αδυνάτους απ’ τους νοήμονες δυνατούς. Στη φύση Ρόντια, για όλους τους ανθρώπους, δεν ισχύουν τα ίδια μέτρα και σταθμά. Η δημιουργία δεν είναι προνόμιο του καθενός. Ήξερα από καιρό, ότι αν για να πετύχεις το σκοπό σου έπρεπε να περάσεις πάνω από πτώματα, δεν θα δίσταζες. Η ζωή είναι ένας πόλεμος μεταξύ δυνατών και αδυνάτων. Το πήρες χαμπάρι νωρίς. Από τότε, άλλαξες. Ήθελες να θριαμβεύσεις στον εαυτό σου, στη κοινωνία και στους γύρω σου. Ξέρω ότι απ’ τη στιγμή που δημοσίευσες την επιστολή, μετά από κάποιες ώρες θα διαπράξεις και το πολυπόθητο πείραμα. Πόλεμος είναι η προσπάθεια να επιτευχθεί κάποιο ηθικό αποτέλεσμα με μη ηθικά μέσα. Αν δεν τον διεξήγαγες, θα ήσουν ένα άθλιο πρόβατο, του τεράστιου και άβουλα κατευθυνόμενου κοπαδιού. Για σένα καμιά επιβεβλημένη κοινωνική οργάνωση δεν υπάρχει. Ρόντια, μου λες ότι ο άνθρωπος είναι μία αγέλη άγριων λύκων με ένστικτα αιμοβόρα, που σπάνια έχουν ειρήνη μεταξύ τους, και συναγωνίζονται ποιός θα κατασπαράξει πρώτος τη λεία τους με μοναδικό σκοπό να διαιωνίσουν την ύπαρξη τους. Ο άνθρωπος δηλαδή Ρόντια, είναι ένα κουβάρι από άγρια φίδια, που μονάχο του φεύγει το καθένα και ψάχνει τη τροφή του μέσα στο κάμπο. Ρόντια, για το θεό, ξέρω ότι βαίνεις ολοταχώς προς τη καταστροφή. Θα ήθελα να σε σταματήσω. Δεν θα το κάνω όμως. Όπως σου είπα, γράφω για να σου πω ότι σε θαυμάζω. Σου γράφω επίσης για να σου ομολογήσω την ανομολόγητη πίστη μου για τις ιδέες σου που ανέκαθεν με παίδευαν από τότε που έφυγα. Δεν σε ένοιαζαν ποτέ οι άνθρωποι. Πάντα τους έδινες αντί για το χέρι σου, το πόδι σου με τα κοφτερά του νύχια. Ο χειρότερος εχθρός που μπορείς να συναντήσεις θα ‘σαι πάντα εσύ. Τον εαυτό σου ήθελες να ξεπεράσεις. Συ ο ίδιος τρυπώνεις σε σπηλιές και παραμονεύεις τον εαυτό σου. «Κάθε απομόνωση είναι ενοχή», έτσι ψιθυρίζει το κοπάδι και η φωνή του κοπαδιού πάντα θα αντηχεί μέσα σου.

Το θέμα φίλε μου, είναι να μπορείς να κάνεις τ’ αστέρια να περιστρέφονται γύρω από σένα.  Και ‘συ το έκανες. Και θα συνεχίσεις να το κάνεις. Γιατί κατάφερες να είσαι κριτής του εαυτού σου και εκδικητής του δικού σου νόμου.

Αυτός που τον γνώρισες δικό σου.

10/3/1887.

Η επιστολή βρέθηκε ένα κουβάρι και τσαλακωμένη, στο συρτάρι δίπλα απ’ το κρεβάτι του Ρόντια. Ο συγγραφέας της παραμένει άγνωστος, αλλά φαίνεται να είναι ο μοναδικός άνθρωπος που διατηρούσε επαφές ο Ρόντια. Απ’ την ημερομηνία που ανaφαίνεται στο τέλος της επιστολής (10/3/1887) υποθέτουμε εύλογα ότι η μέρα παράδοσης της συμπίπτει με την ημέρα του φόνου που διέπραξε ο Ρασκολνικοβ. Το επόμενο πρωί,  11/3/1887, ο Ρόντια βρέθηκε κρεμασμένος στη κάμαρα του. Ο Ρόντιον Ρομανοβιτς Ρασκολνικοφ τη Δευτέρα 10/3/1887 σκότωσε μια γριά ενεχυροδανείστρια και την αδερφή της. Ύστερα από έρευνες στο σπίτι των δολοφονηθέντων φάνηκε ότι ο εγκληματίας δεν έκλεψε τίποτα απ τα υπάρχοντα τους.  

*Ο Ρόντιον Ρομάνοβιτς Ρασκόλνικοβ είναι ο κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος του Φιόντορ Ντοστογιέφσκι, Έγκλημα και Τιμωρία.

*Ο απεικονιζόμενος πίνακας λέγεται “το Σάββατο των μαγισσών” και ανήκει στον Φρανσίσκο Γκόγια.

Ν.Σ.

Author

Οι φίλοι μου σαλιγκραφείς συχνά μου λένε ότι μοιάζω με γυναίκα· θα 'λεγα ότι βρίσκω ένα κάποιο ενδιαφέρον σε αυτή την αοριστία. Ο σκύλος μου απ' την άλλη, με κοροϊδεύει ότι είμαι αδέξιος και ενίοτε κοινωνικά απροσάρμοστος. Ίσως, γι' αυτό και όταν μιλάω κουνάω γρήγορα τα χέρια μου χτυπώντας καταλάθος τους διπλανούς μου. Η ευθύνη μου ως σαλιγκραφέας συνοψίζεται στο να λέω ψέμματα και να βάζω άνω τελείες· η άνω τελεία συμπυκνώνει την ποιητική μου θεωρία. Απ' την άλλη μισώ τα greeklish και τα μηχανάκια, ιδίως δε, όταν αυτά με προσπερνάνε από δεξιά. Η λογοτεχνία του 19ου αιώνα είναι η αγαπημένη μου.-

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *