Επιστολή στη Σάα

Επιστολή στη Σάα

Γεια σου μικρή μου,

Εγώ είμαι ο Γιώργος. Γεννήθηκα σ΄ένα μεγάλο και πανέμορφο νησί της Ελλάδας, την Κρήτη. Η Κρήτη έχει ψηλά όμορφα βουνά και τρελούς ανθρώπους, όπως η πατρίδα σου.  Ο πατέρας μου όταν ήμουν μικρός έφυγε από την Κρήτη για να δουλέψει στην Αθήνα, την πρωτεύουσα της Ελλάδας, και έτσι δεν τον χάρηκα όσο θα ήθελα. Όσο μεγάλωνα και γινόμουν άντρας ―όπως εσύ που από μικρό κορίτσι που ΄σαι τώρα θα γίνεις μία μέρα γυναίκα― αναρωτιόμουν: τι το σημαντικό έκανε ο  μπαμπάς και έλειπε τόσο συχνά, ήταν η δουλειά αυτή πιο σημαντική από ΄μένα; 

Σου γράφω αυτό το γράμμα, αν αναρωτηθείς ποτέ το ίδιο για τον δικό σου μπαμπά, τον με πιερέ Α., να έχεις μια απάντηση.

Όχι. Ποτέ η δουλειά δεν ήταν πιο σημαντική από σένα και τη μητέρα σου. Το σώμα του πατέρα σου  ήταν στην Ελλάδα αλλά η ψυχή του πίσω, στο Πακιστάν με εσάς. Να ξέρεις ότι ο πατέρας σου βοήθησε εκατοντάδες παιδιά, παιδιά που το είχαν ανάγκη, που τους στάθηκε σαν πατέρας, με αξιοπρέπεια, γνήσιο ενδιαφέρον και αγάπη. Βοήθησε παιδιά που είχαν χάσει τους γονείς τους, παιδιά που πλήρωσαν χωρίς καθόλου να φταίνε τα σφάλματα των μεγάλων και αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους για ένα καλύτερο μέλλον. Παρέα με τον πατέρα σου παλέψαμε για το μέλλον αυτών των παιδιών. Οι δυσκολίες ήταν πολλές. Άλλοτε τα καταφέραμε, άλλοτε όχι. Χύσαμε δάκρυα αλλά και γελάσαμε παρέα, γιατί ο μπαμπάς σου ―να το θυμάσαι αυτό― έχει ψυχή καθαρή· μικρού παιδιού, και τα παιδιά δεν φοβούνται να κλάψουν ή να γελάσουν με την ψυχή τους. 

Ο Α. έμεινε πάντα πιστός. Πιστός στη μητέρα σου, σε σένα και στον θεό, όχι όμως από φόβο. Όταν μεγαλώσεις θα καταλάβεις ότι πολλοί άνθρωποι πιστεύουν, και αγαπάνε, επειδή φοβούνται πολύ. Φοβούνται την τιμωρία του θεού και του ανθρώπου, θέλουν να τα ‘χουν και με τους δύο καλά. Κοιτάνε το συμφέρον τους. Και έτσι κουβαλάνε μαζί τους πάντα πολλές μάσκες. Άλλη μάσκα φοράνε όταν μιλάνε στον θεό, άλλη όταν μιλάνε στα παιδιά τους, άλλη στους περαστικούς, άλλη στους συντρόφους τους, ώσπου στο τέλος, δυσκολεύονται και οι ίδιοι να θυμηθούν το πραγματικό πρόσωπό τους.

Θέλω μικρή μου να ξέρεις ότι δεν είδα ποτέ τον πατέρα σου να φοράει μάσκα, ποτέ δεν έκρυψε το πρόσωπό του, και έτσι, έμεινε πιστός από καρδιάς – όχι από συμφέρον, πιστός από αγάπη και όχι από φόβο.

Σ΄αφήνω τώρα δυστυχώς πρέπει να φύγω. Συγχώρεσε τον πατέρα σου που έμεινε τόσο καιρό μακριά σου. Έλειπε γιατί έκανε τον κόσμο λίγο καλύτερο.  

Φωκάς 

Author

Το "Φωκάς" του 'μεινε απ' το σχολείο. Παρ' όλα αυτά έχει γίνει τόσο δικό του, ώστε σπανίως γυρίζει το κεφάλι όταν κάποιος θα τον αποκαλέσει με το βαφτιστικό του. Είναι ένας τραγουδοποιός που είναι κοινωνικός λειτουργός, που παίζει κιθάρα, αλλά που θα 'θελε να παίζει τσέλο φορώντας κάτι ανάλαφρο, όπως για παράδειγμα σανδάλια και αμάνικες φαρδιές φανέλες μες στον Χειμώνα. Όταν κανείς δεν κοιτάει ή όταν κοιτάνε όλοι, είναι ποιητής. Κάνει παρέα με σαλιγκάρια και σκυλι(ε)ά, αλλά θα 'θελε να χει μια γάτα. Αρέσκεται στο να απαγγέλλει ποιήματα μιμούμενος τη φωνή του Εμπειρίκου και του Χριστιανόπουλου, εναλλάξ. Θα τον πετύχετε να τριγυρνάει στο Παγκράτι κρατώντας μία ναυλότσαντα Σκλαβενίτη μ' όλα του τα υπάρχοντα, σφυρίζοντας κάποιον οικείο σας σκοπό. Μην φωνάξετε "Γιώργο!", δεν θα γυρίσει...

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *