Επιστολή στον Θάνο Ανεστόπουλο

Επιστολή στον Θάνο Ανεστόπουλο

Γεια σου Θάνο

Τα ξημερώματα αυτά με βρίσκουν σε ένα μπαρ στα Χανιά. Στα αυτιά μου ηχεί το κλόουν την Τετάρτη. Οι αναμνήσεις και οι θύμησες, τα συναισθήματα, όλοι αυτοί οι απροσδιόριστοι χρωματισμοί  που ζωγράφισαν τα παιδικά μου χρόνια, που υφαίνουν τα προικιά που κουβαλώ μαζί μου, ο τόπος και η μουσική μου,  με στροβιλίζουν, με ρουφάν, με ξερνάνε στο άγνωστο που θέλω να διαβώ, στο γνωστό που θέλω να ανατρέψω. Σκέφτομαι την ασθένεια σου.

Σε σκέφτομαι κι ας μην σε γνωρίζω, κι ας μην σε εξιδανικεύω. Σε σκέπτομαι γιατί μαζί με τα Κρίνα εισβάλλατε κάποτε στο παιδικό μου δωμάτιο, γιατί πλάσατε ένα αλλόκοτο κόσμο στα όνειρά μου  και εν τέλει γιατί συμβάλλατε στο να πιστέψω ότι μπορώ να τα πραγματοποιήσω. Σας αγαπώ γιατί είστε ένα κομμάτι του εαυτό μου, ένα κομμάτι της μουσικής μου, ένα κομμάτι της δημιουργίας μου.

Να ξέρεις Θάνο, είτε φύγεις είτε όχι, ότι αυτό που ονομάζεται ανθρώπινος κυματισμός , το εμφυσήσατε δια παντός εντός μας, θα ανακυκλώνεται στα τέκνα μας και θα εμπνέει τα έργα και τις πράξεις μας. Είναι αέναο και πανίσχυρο, είναι κομμάτι από σάρκα και αίμα που έγινε πνεύμα , είναι ένα όπλο που όπλο   δεν βρέθηκε ποτέ  να το  νικήσει… Αν κάτι ορίζεται ως νόημα στη ζήση αυτή, άμα συμβάλλουμε σε κάποιαν αρμονία, είναι τα` αντίκτυπό της (ζωής μας) στους απανταχού απογόνους μας , στις ψυχές που έπονται. Τα Κρίνα, ο Παύλος, ο Νικόλας, ο Γιάννης και άλλοι πολλοί, είχατε το θάρρος να κληροδοτήστε σε μας, που δεν θα μάθετε ποτέ και που ποτέ δεν  ξέρατε, μια κληρονομιά στιλπνή, μια έμπνευση και μία δύναμη υπεράνω μιας ζωής και ενός θανάτου, υπεράνω των εαυτών σας , υπεράνω της τέχνης σας.

Ξημέρωσε κιόλας, σ` ευχαριστούμε.

 

Φωκάς .

Author

Το "Φωκάς" του 'μεινε απ' το σχολείο. Παρ' όλα αυτά έχει γίνει τόσο δικό του, ώστε σπανίως γυρίζει το κεφάλι όταν κάποιος θα τον αποκαλέσει με το βαφτιστικό του. Είναι ένας τραγουδοποιός που είναι κοινωνικός λειτουργός, που παίζει κιθάρα, αλλά που θα 'θελε να παίζει τσέλο φορώντας κάτι ανάλαφρο, όπως για παράδειγμα σανδάλια και αμάνικες φαρδιές φανέλες μες στον Χειμώνα. Όταν κανείς δεν κοιτάει ή όταν κοιτάνε όλοι, είναι ποιητής. Κάνει παρέα με σαλιγκάρια και σκυλι(ε)ά, αλλά θα 'θελε να χει μια γάτα. Αρέσκεται στο να απαγγέλλει ποιήματα μιμούμενος την φωνή του Εμπειρίκου και του Χριστιανόπουλου, εναλλάξ. Θα τον πετύχετε να τριγυρνάει στο Παγκράτι κρατώντας μία ναιλότσαντα Σκλαβενίτη μ' όλα του τα υπάρχοντα, σφυρίζοντας κάποιον οικείο σας σκοπό. Μην φωνάξετε "Γιώργο!", δεν θα γυρίσει...

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *