Επιστολή στον Θεό

Επιστολή στον Θεό

Έχω ξοδέψει πολύ χρόνο σε σένα.

Ειδικά τον τελευταίο καιρό, ξετρυπώνεις στις περισσότερες συζητήσεις, στις περισσότερες σκέψεις μου. Μέχρι και στα συναισθήματα μου. Τελευταία, όλοι μιλάνε για σένα. Όχι οτι δεν με έχεις απασχολήσει κι εμένα προσωπικά, αλλά πλέον – τι πράγμα κι αυτό!- σε ακούω παντού, από σχεδόν όλους.

Δε θα συζητήσουμε το θέμα ύπαρξης ή μη ύπαρξής σου. Για μένα είσαι ερμηνεία. Ποιητικώ τω τρόπω. Αποφάσισα να σου γράψω όμως αυτή την επιστολή, γιατί πιστεύω οτι ταλαιπωρείς πολύ κόσμο.

Θα ασχοληθούμε με αυτούς που σε πιστεύουν. Σε πιστεύουν, και μαζί με σένα πιστεύουν πως για όλη η οδύνη και τον πόνο που αντιμετωπίζουν στη ζωή τους 1) τα ‘θελαν και τα ‘παθαν 2) τα ‘θελαν και τα’ παθαν, αλλά δεν πειράζει γιατί εσύ είσαι Ο man, που θα τους σώσεις από όλα αυτά και θα τους πας στον “παράδεισο”, αρκεί να 3) ακολουθούν μια ζωή σύμφωνα με ό,τι προάγουν κάποια λογοτεχνικά κείμενα που γράφτηκαν πριν από χιλιάδες χρόνια, κι αν 4) παρεκκλίνουν από όλα αυτά θα πάνε στην κόλαση, αλλά αν την δουν αλλιώς και μετανιώσουν, θα τους συγχωρέσεις και όλα κομπλέ πάλι μετά. Α, και φυσικά, 5) είσαι υπεύθυνος ΚΑΙ για όποια χαρά βρέθηκε στο διάβα της ζωής τους.

Ας ξεκαθαρίσω όμως κάτι προτού εκθέσω τις σκέψεις μου απο ‘ δώ και πέρα. Δεν έχω σκοπό να σχολιάσω την πίστη ή την μη πίστη σε σένα. Θέλω να σχολιάσω κάποια χαρακτηριστικά που εντοπίζω αρκετά συχνά – όχι πάντα- στον ψυχισμό όσων εκφράζουν την πίστη τους σε σένα, γιατί πρώτον, με εντυπωσιάζουν, με θυμώνουν και με θλίβουν και δεύτερον γιατί στο Σαλιγκάρι μπορώ να γράφω ό,τι μου κατέβει στο κεφάλι. Bazinga.

Α) Ο μάρτυρας

Η ψυχοσύνθεση του ατόμου που θεωρεί πως “δικαίως” του συμβαίνουν άσχημα κι οδυνηρά πράγματα στη ζωή του και μάλιστα πολλές φορές φτάνει στο σημείο να τα επιδιώκει, πέρα από το οτι είναι φοβερά ασθενική, οδηγεί σε ένα σύνολο συμπεριφορών- στάσεων ζωής- που καταλήγουν να το απομακρύνουν όλο και περισσότερο από τη Ζωή.

Εξηγώ. Σαφώς η πορεία του ανθρώπινου είδους σε τούτο τον μάταιο κόσμο, έχει ήδη πολλά μελανά σημεία, και εννίοτε οι εποχές μάς κάνουν να αμφιβάλλουμε μπροστά στο ενδεχόμενο μιας εξέλιξης προς το καλύτερο. Και σίγουρα ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για πολλές ασθενικές περιόδους της ιστορίας, αλλά και για μεμονωμένα “κακά” γεγονότα (το “κακά” εντός εισαγωγικών γιατί αντανακλούν μια Ηθική, η οποία πάντα θέλει συζήτηση). Το να υιοθετείται όμως η πεποίθηση του “όπως έστρωσες, θα κοιμηθείς” δημιουργεί μια σύγχυση. Το άτομο θεωρεί πως είναι υπεύθυνο για την κακή εξέλιξη του κόσμου, άρα όλα αυτά που του συμβαίνουν, του αξίζουν. Ασπάζεται έτσι μια “φιλοσοφία”, μια αντίληψη των πραγμάτων, έναν τρόπο ζωής αν θες, μαρτυρικό, δηλαδή του μάρτυρα. Αυτό το χαρακτηριστικό στην ιδιοσυγκρασία του ατόμου, το οδηγεί στην απαξίωση του εαυτού του, σε μια καταδίκη, σε ένα μοτίβο ψυχολογικού εγκλωβισμού ανάμεσα σε αυτό που θα μπορούσε/ λαχταρούσε να γίνει και στο “τι κρίμα όμως που τελικά τα σκατώσαμε και είμαστε για τον πούτσο”. Κάπως έτσι γεννιέται μια διαρκής αμφιβολία, γεννιέται η ανασφάλεια, η άρνηση, η παραίτηση, το αυτομαστίγωμα προς και από οποιαδήποτε κατεύθυνση.
Ταυτόχρονα – και δες το παράδοξο εδώ- το θρησκευτικό μοτίβο, υπερτονίζει την έννοια της αμαρτίας, της ευθύνης, της “κακής πράξης- επιλογής”, αλλά φαίνεται πως δεν αποδίδει και πάλι στο άτομο την ευθύνη για ό,τι όμορφο έχει επιτεύξει. Εκεί, κάποια άλλη δύναμη, ένας άλλος παράγοντας μπήκε στην εξίσωση κι αποδυναμώνει την ικανότητα και την θέληση του ατόμου να ασκήσει επιρροή. Στο οτιδήποτε. Άρα, πάλι εγκλωβισμός. Σαν να πείθεται το άτομο πως είναι ικανό μόνο για κάτι “κακό” και άσχημο, ενώ ό,τι όμορφο και “καλό” δεν έχει προέλθει από αυτό. Συνεπώς το άτομο καταλήγει να αισθάνεται πως είναι προτιμότερο να μην πράξει τίποτα, να μην πάρει καμία ευθύνη- μιας και μάλλον θα τα σκατώσει, όπως έχει δείξει και η ιστορία άλλωστε- και αντ’ αυτού καλύτερα θα ήταν να σκύψει το κεφάλι μπροστά σε αυτό που έχει καταλήξει να είναι, να σωπαίνει, να υπομένει μαρτυρικά, και να ελπίζει πως κάποιος θα τον… σώσει.

Β) Ο σωτήρας

Σε αυτή την παράγραφο θα εκθέσω τις σκέψεις μου πάνω στην πιο ασθενική κατα τη γνώμη μου πτυχή του ψυχισμού του θρησκευόμενου ατόμου, η οποία θεωρώ οτι πηγάζει από τις θεοκρατικές του πεποιθήσεις.

Προσθετικά στον ψυχισμό που περιέγραψα στην παράγραφο Α, έρχεται το ζήτημα της σωτηρίας- λύτρωσης. Ο άνθρωπος θα επιμείνει μαρτυρικά τα κακά που ο ίδιος έχει προκαλέσει, θα εγκλωβιστεί στα ενοχικά συμπλέγματα και την αδυνατότητα – ματαιότητα πρωτοβουλίας και “κίνησης”, ενώ παράλληλα θα ελπίζει πως μετά θάνατον θα δικαιωθεί, θα λυτρωθεί και θα σωθεί, αν πράξει σύμφωνα με ένα corpus κειμένων- εντολών.

Αυτή η αντίληψη δημιουργεί πληγές στον ανθρώπινο ψυχισμό σε δύο επίπεδα: α) δεν μπορώ να “σωθώ” εν ζωή και β) δεν μπορώ να “με σώσω” εγώ.
Όσων αφορά το πρώτο επίπεδο, όπως αντιλαμβανόμαστε όλοι, εμπλέκεται το μέγα ζήτημα του θανάτου. Δηλαδή ο φόβος για το τέλος (το οποιοδήποτε τέλος), το άγνωστο,  το μετέπειτα. Πράγμα που είναι απολύτως φυσιολογικό και όποιος ισχυρίζεται οτι δεν τρέμει μπροστά στην ιδέα του θανάτου, ψεύδεται ασυστόλως. Οπότε, αναγνωρίζω το αγαλλίασμα της ψυχής στην σκέψη πως ο θάνατος δεν είναι το τέλος, αλλά κάτι άλλο πολύ όμορφο μας περιμένει μετά. ΟΚ, καλά μεχρι εδώ. Ας πούμε…
Παρόλαυτά, η πεποίθηση πως το “κάτι όμορφο”, που θα έρθει “μετά” και θα μας λυτρώσει από τα βάσανα, αυτομάτως προκαλεί μια αλυσιδωτή αντίδραση στην ψυχοσύνθεση του ατόμου η οποία καταλήγει στο να θέτει το άτομο σε μια κατάσταση διαρκούς αναμονής προς κάτι “άλλο”, που όμως δεν ανήκει στην ζωή, άρα οδηγείται αυτόματα και στην απαξίωση της ζωής. Γεννιέται κάπως έτσι το αίσθημα ματαιότητας, και επιφανειακότητας προς ό,τι ΖΕΙ. Το άτομο δεν αναλώνει την ενέργειά του προσπαθώντας να μάθει, να φτιάξει και να αλλάξει την ζωή του, γιατί όλα αυτά θα γίνουν μετά καλύτερα και πιο όμορφα. Μόνα τους. Αυτόματα. Στη μη ζωή. Ναι.
Έτσι, ο χρόνος αποκτά μια άλλη διάσταση ξαφνικά. Η ζωή γίνεται ένας χώρος αναμονής, αποκτά ξενοδοχειακό χαρακτήρα, η ουσία στα όντα αίρεται, τα συναισθήματα χάνουν την δυναμική τους. Οι διεργασίες προς την καταβύθιση στο ανθρώπινο εγώ παγώνουν, γιατί κάποιος ω λαλα! μας έταξε την ανύψωση στα ουράνια. Κι αυτός ο κάποιος, δεν είναι ο εαυτός μας.

Κι εδώ ερχόμαστε στο δεύτερο επίπεδο. Στη διαδικασία απόδοσης ρόλου σωτήρα από τον άνθρωπο στον Θεό, υποβόσκει υποσυνείδητα η απόδοση αυτού του ρόλου και σε άλλα πρόσωπα, πέρα από το εγώ. Εξηγώ.
Η αντίληψη πως κάτι εξωγενές, κάτι πέρα από μας, θα φέρει λύσεις ή θα προσφέρει ιδανικές παραδείσιες καταστάσεις, δημιουργεί στο άτομο την τάση – κι εδώ προκύπτει πάλι αντίφαση- να μην αναλαμβάνει την ευθύνη του εαυτού του, αλλά να παραδίνεται σε κάτι/ κάποιον τρίτο. “Κάποιος” θα το σώσει, θα φτιάξει τα πράγματα για αυτό, κάποιος πέρα από αυτό το άτομο, το ίδιο. Εδώ, γεννιέται η παθητικότητα και η αδράνεια, η μοιρολατρεία. Τα πράγματα τυχαίνουν, και το άτομο γίνεται έρμαιο αυτής της τύχης, ανίκανο να διαγνώσει πως ό, τι του συμβαίνει πηγάζει από αυτό το ίδιο και είναι ο απόλυτος κυρίαρχος τον επιλογών του. Έτσι ανθίζει μέσα στον ψυχισμό του το αίσθημα ανημπόριας, η μετατόπιση των προβλημάτων του σε πρόσωπα που έτυχε να το αγαπήσουν (όπως το αγαπάει κι ο Θεός), και ουδεμία ευθύνη φέρει αυτό για την εξέλιξη της ιστορίας.

 

Όμως, όπως προανέφερα, κανέναν σκοπό δεν έχει αυτό το κείμενο να σχολιάσει την πίστη προς εσένα. Η πίστη, όπως και η ελευθερία και η αγάπη, είναι έννοιες και οι έννοιες παν ερμηνεύονται. Αλλά για να είμαι ειλικρινής, τρομάζω ώρες ώρες με το πόσο εγκλωβίζεις τους ανθρώπους.

Σαν απόηχος στα αυτιά μου, φράσεις των σπουδαίων, που κάτι σκέφτηκαν κι έγραψαν για σένα, θα διαλέξω λοιπόν μία που μου έχει καρφωθεί στο μυαλό τον τελευταίο καιρό :

[…] Ο ΘΕΟΣ, τουλάχιστον, ξέρει;
Ο ΘΕΟΣ, εάν ήξερε, θα ήταν ένα γουρούνι. […]*

Παρόλαυτά, εγώ να ξέρεις, θέλω να υπάρχεις.
Για να μπορώ να γελάω μαζί σου.
Θέλω να υπάρχεις για να μπορώ
να σε αναιρώ με μια μου σκέψη
να σε φτάνω με ένα μου τραγούδι
και να σε ξεπερνάω με έναν μου οργασμό.

Εις το επανιδείν

Μπιζέλι

*Η φράση ανήκει στον George Bataille, από το διήγημά του Μαντάμ Εντουαρντά, εκδ. Άγρα

Author

Το κορίτσι πίσω απ΄το Sophie Lies, εγκέφαλος των Foam και μέλος των Afformance, ταγμένη στο urban dictionary, χαμένη, έξι νύχτες στην Ακρόπολη, επιμένει, με λόγια απλά και νότες καθαρές, ν΄αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές μας.Κατά τ' άλλα την λένε Μαρία και είναι λογίστρια.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *