10/1/2018

10/1/2018

Κι εκεί που παραμιλούσε μόνη της πως τίποτα δεν υπάρχει, κανείς… Μόνο φίδια και κρύο, ούτε λεφτά ούτε τσιγάρα/ Κλάματα υγρά, βογγητά, ξεχειλισμένα τασάκια, πονοκέφαλος, άσχημες εικόνες, μια άρνηση/ να ξημερώσει, και πάλι μπλέξαμε…/ Τρομάζω να λέει ξανά και ξανά.

―Τι πιστεύεις να υπάρχει μετά το θάνατο;
―Μάλλον τίποτα, Κατερίνα.
―Το καλύτερο, κι εγώ αυτό πιστεύω.

«Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά» γίναν οι συγγενείς μας, οι γνωστοί, οι φίλοι κι οι γείτονές μας. Αγώνας για την αναπνοή, αυτό έγινε η ζωή μας: Δεν αντέχω άλλο. Δεν αντέχω. Να πεθάνω ή εγώ ή όλοι οι υπόλοιποι. Θα τρελαθώ καμιά μέρα και θα τους σκοτώσω όλους. Να πεθάνω. Είναι επικίνδυνοι. Θα τους σκοτώσω όλους.

―Κρυώνω, κρυώνω, κρυώνω.
―Έχεις ανάψει θέρμανση;
―Έχω ανάψει, κρυώνω.

«Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά» γίναν οι συγγενείς μας, οι γνωστοί, οι φίλοι και οι γείτονές μας.

―Αφού μου το χουν πει ότι είναι επικίνδυνο να πάθω έμφραγμα και εγκεφαλικό με τα χάπια, γιατί
δεν παθαίνω;

Κουκουλωμένη καλά, ξεφυσάει βαθιά και γέρνει κλείνοντας τα μάτια.

4:51

Η σόμπα αναμμένη να αδειάζει ένα αίσθημα δειλινού στο δωμάτιο. Και το «The Broken Man» από Matt Elliott να παραπέμπει στη μοναξιά μιας εποχής χωρίς ανθρώπους.

―Πεινάω…
―Ε;
―Πεινάω, και δεν έχω τίποτα εδώ.

Ας ήταν έστω για μια στιγμή να ζούσαμε όπως πρώτα… Με καραμέλες ούζο απ’ το μπακάλικο της γειτονιάς, τσιχλόφουσκες, παγωτά μπίλιες και ποδήλατα να τρίζουν σε δρόμους και πλατείες.
Με χρώμα πορτοκαλί στον ορίζοντα του δρόμου, άδειες τηλεκάρτες προς πώληση για χαρτζιλίκι και φασαρίες τα απογεύματα στις αλάνες. Ας ήταν έστω για μια στιγμή να ζούσαμε όπως πρώτα.

Κι εκεί που παραμιλούσε μόνη της πως τίποτα δεν υπάρχει, κανείς… Μόνο φίδια και κρύο, ούτε λεφτά ούτε τσιγάρα…

Και συνέχισε να παραμιλά ανενόχλητα στην πορεία του ξημερώματος, μια γεύση μελαγχολίας στα χείλη ‒ με μένα πλάι να γράφω πένθιμα τα λόγια τούτα…

 

Χρήστος Μαστέλλος

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *