Ο καλός γίγαντας

Ο καλός γίγαντας

Ψάχνω να σε βρω, γίγαντα καλέ, που υπήρξες παρεξηγημένος. Ήσουν γίγαντας, και αυτό ήταν τρομακτικό για τους υπόλοιπους νάνους. Μετά σ’ έχασα και εγώ μεγάλωσα· η ανάμνησή σου μού ζεσταίνει την καρδιά.

Εσύ, καλή μου κοκκινοσκουφίτσα, οι λύκοι ήθελαν να σε κατασπαράξουν, μα εσύ το ήξερες, το έμαθες. Πού να φανταστώ ότι η σάρκα θρέφεται με σάρκα. Η έγνοιά σου μού έμαθε πολλά.

Εσύ, καλέ μου προπάτορα, εσύ καλέ μου άγιε, εσύ καλέ μου Χριστούλη. Σας πίστεψα με όλα μου τα σωθικά, αφέθηκα στην αγνή σας καλοσύνη, η λυτρωτική σας παρουσία με γέμισε χαρά. Δεν χόρταινα το ανάγνωσμά σας. Ο νους μου ταξίδεψε, πέταξα μακριά, φαντάστηκα το απέραντο. Ύστερα όμως αισθάνθηκα προδομένος. Έχασα ανθρώπους μου αγαπημένους, δεν τους ξαναείδα από τότε πια.

Εσύ, κοπέλα μου αγαπημένη, υπήρξες μοναδική, δεν συνάντησα άλλη σαν κι εσένα. Η ύπαρξή σου με γέμισε ζωή. Η παρουσία σου αέρινη, η όψη σου μελαχρινή. Η αγαλλίαση πλάι σου φάνταζε τα πάντα για μένα, η αγάπη μας αιώνια. Σε έψαξα απεγνωσμένα, μα δεν σε βρήκα πουθενά. Πού υπήρξες; Και τι δεν θα ’δινα να ήσουν τώρα και πάλι πλάι μου, τώρα που ξέμεινα από ιδέες, ανθρώπους και ιδανικά. Η απώλεια της μνήμης δεν με βοηθάει πια, σκοτάδι την κυριεύει…

Εσύ Ναέ της πλήρωσής μου, του Όλου: Πώς κατάντησαν έτσι οι επισκέπτες σου; Δεν διακρίνω ανθρώπους πια. Τους παρατηρώ να τριγυρνάνε από δω κι από κει άσκοπα, ανούσια, συγχυσμένα. Δεν μπορεί, τι άλλαξε; Μάλλον το ότι έμεινα άστεγος, και οι δρόμοι επιζητούν το πλήθος και τον κόσμο.

Ναέ μου, ξεθώριασε η μνήμη μου… Συγχώρεσέ με που δεν θυμάμαι το πού μένεις. Ήλπιζα τα θεμέλιά σου να βάσταγαν. Φοβάμαι όμως, φοβάμαι ότι γκρεμίστηκες, ότι χάθηκες. Σε είδαν τα μάτια μου να καταρρέεις συθέμελα, να τραντάζεσαι. Ερείπια πια. Δεν ξέρω, πορεία προς το άγνωστο, ή μπορεί και τίποτα. Φόβος, άδειασμα και αμηχανία.

Εσύ, κομμάτι του εαυτού μου, ψευδαίσθηση, αυταπάτη, με ταλαιπώρησες, με βασάνισες ανελέητα και μετά με εγκατέλειψες. Ίσως τα φαινόμενα να εξαπατούν εν τέλει, η αγάπη όμως μένει. Είναι εκεί, θρέφει και καταστρέφει. Και μετά αδειάζει, πλημμυρίζεται από άγχος και αυτοκτονία. Μυρίζει ύποπτα και τρομοκρατημένα, τρεκλίζει στο μπαλκόνι της αβύσσου. Τρέμει από την αίσθηση της υψοφοβίας.

Λαχταρά την αγωνία του επιθανάτιου ρόγχου…

Εισαγωγικό κείμενο από την υπό δημοσίευση ποιητική συλλογή του Χρήστου Μαστέλλου: Κερνάω μελανή χολή, όποιος θέλει πίνει (2018)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *