Ανάπλαση *1

Ανάπλαση *1

 

… Και εγένετο φως,  αιφνίδια λάμψις που  αναζωογόνησε το κουρασμένο σύμπαν.

Mε μάτια υγρά κούρδισε το πρωινό του όργανο ,  χαμογέλασε κρυφά στον εξεγερμένο ήλιο.

– Ει , κάτι σπαρταράει παχύ , ολοζώντανο, στιλπνό . Κάτι ξεχείλισε, είναι το φως σου ήλιε ?

Μα κείνος ανταπέδωσε σιωπή, αναλγησίας τέκνον, δεν έμαθε ποτέ του να μιλά.

–  Δεν ήξερες πώς να γλιτώσεις, πώς να επισπεύσεις το θνητό, σποδός από πνεύμα και σάρκα, αυτό είσαι.

Μα πώς ν` αδράξει ο ήλιος τις ακτίνες του, αδιαφορεί,  δεν εξηγεί, απλά είναι.

– Φαίνεσαι ήρεμος, τρομακτικός, ζωογόνος σαν το τέλμα, μίλα μου σε παρακαλώ , πες μου πως πάλι δεν θα φύγεις.

Μα κείνος δεν είχε πάει πουθενά, οι άλλοι δεν εμπόρεαν  να ιδούν το φως του

– Ασθμαίνω, διασκορπίζομαι, συγχώρα με για την ασκήμια μου, την ερωτεύτηκα . Λησμόνησα το θέρος σου, έπλεξα νόθες θρυαλλίδες, άγονος βήχας σκιρτάει στα σωθικά μου.

Μα που φωλιάζει ο σπόρος του κακού, θρέφονται μ` αίμα οι μπαξέδες, τι δεν χωράει στην αγκάλη του, γιατί ξερνά τα θέλγητρά του, ποια ίαση διαπομπεύει, ποιον τρόμο έστεψε με δάφνες?

( μάλλον συνεχίζεται…)

 

Φωκάς .

 

Author

Το "Φωκάς" του 'μεινε απ' το σχολείο. Παρ' όλα αυτά έχει γίνει τόσο δικό του, ώστε σπανίως γυρίζει το κεφάλι όταν κάποιος θα τον αποκαλέσει με το βαφτιστικό του. Είναι ένας τραγουδοποιός που είναι κοινωνικός λειτουργός, που παίζει κιθάρα, αλλά που θα 'θελε να παίζει τσέλο φορώντας κάτι ανάλαφρο, όπως για παράδειγμα σανδάλια και αμάνικες φαρδιές φανέλες μες στον Χειμώνα. Όταν κανείς δεν κοιτάει ή όταν κοιτάνε όλοι, είναι ποιητής. Κάνει παρέα με σαλιγκάρια και σκυλι(ε)ά, αλλά θα 'θελε να χει μια γάτα. Αρέσκεται στο να απαγγέλλει ποιήματα μιμούμενος την φωνή του Εμπειρίκου και του Χριστιανόπουλου, εναλλάξ. Θα τον πετύχετε να τριγυρνάει στο Παγκράτι κρατώντας μία ναιλότσαντα Σκλαβενίτη μ' όλα του τα υπάρχοντα, σφυρίζοντας κάποιον οικείο σας σκοπό. Μην φωνάξετε "Γιώργο!", δεν θα γυρίσει...

1 comment

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *