Η πράσινη ρόμπα

Η πράσινη ρόμπα

Έριξε το κατακάθι του καφέ της στη γαρδένια και τράβηξε την πλαστική πολυθρόνα κοντά στο κάγκελο. Φορούσε την πράσινη ρόμπα της, με το κάψιμο από τσιγάρο στο ζωνάκι, και κοίταξε τα πόδια της• πρησμένα, με τις φλέβες να πετάνε και το ξερό δέρμα. Έκανε να τα χαϊδέψει αλλά δεν μπόρεσε να σκύψει μέχρι εκεί. Χαμογέλασε και στερέωσε τη φουρκέτα στα μαλλιά της. «Γιατί με κοιτάς έτσι; Δεν το ξέρεις πως ο καφές κάνει καλό στα φυτά; Δέκα χρόνια την έχω και δεν έχει πάθει τίποτα. Όλο ανθίζει. Βλέπεις πόσο πράσινα είναι τα φύλλα της; Αφού σκέφτομαι πως θα πεθάνω εγώ κι αυτή ακόμα θα βγάζει μπουμπούκια. Να, εδώ κάθομαι και βλέπω τον κόσμο που περνάει• νέοι, γέροι, παιδάκια. Συζητάνε, βρίζονται, αγαπιούνται, γκρινιάζουν. Πού και πού περνάει κι αυτός με το ακορντεόν. Εάν έχω όρεξη για θύμηση, του ζητάω να παίξει το αγαπημένο μου τραγούδι και το σιγοψιθυρίζω. Όταν ήμουν νέα σαν και σένα είχα φοβερή φωνή. Αηδόνι με φώναζε ο πατέρας μου. Καλός άνθρωπος, ο Θεός να τον συγχωρέσει, μα δεν μ’ άφησε να πάρω τον Παύλο. Με έδωσε με το ζόρι στον άλλο τον συγχωρεμένο, τον άντρα μου τον Κώστα. Ο Παύλος δεν έμαθε ποτέ την αλήθεια. Δεν μ’ αφήσανε και δεν πρόλαβα και να του εξηγήσω. Δυο μέρες αφού το ‘μαθε, μπάρκαρε. Άφησε σ’ έναν φίλο του ένα γράμμα με κάτι στιχάκια. Κάτσε να δεις τι έλεγε: “Άρχισε χειμώνας να μυρίζει κι ο βοριάς σε λίγο θα σφυρίζει, πού θα βρεις κλωνάρια ανθισμένα, με τα δυο σου τα φτερά καμένα;”. Και το κολιέ μου, δώρο του Παύλου μου είναι. Δεν το φόρεσα στα νιάτα μου, αλλά τώρα τον τιμάω. Κι ας τρίζουν τα κόκαλα και του Κώστα και του πατέρα μου. Ποτίζω τα γλαστράκια και κάθομαι στην καρέκλα μου για να ξεκουραστώ. Περνάει αργά η ώρα σ’ αυτό το μπαλκόνι. Γι’ αυτό κι εγώ, ονειροπολώ. Κι αν τον είχα προλάβει τον Παύλο; Κι αν δεν είχε μπει στο καράβι; Κι αν δεν είχε γνωρίσει τη μητέρα σου; Εμείς παιδιά δεν κάναμε, ο Κώστας δεν μπορούσε. Κακία δεν του κράτησα ποτέ, μα δεν τον αγάπησα αυτόν τον άντρα. Ο πατέρας σου είχε δίκιο. Κλωνάρι ανθισμένο δεν βρήκα να καθίσω, μα τα φτερά μου δεν τα έκαψα εγώ. Μου τα έκαψαν, μάτια μου».

Έκλεισε τα μάτια της. Λίγο ξεβαμμένο μολύβι φάνηκε στην άκρη των βλεφάρων της. Έλυσε από τον λαιμό της το κολιέ και το έδωσε στη γυναίκα. «Πάρ’ το και σα μάθεις πως πέθανα, βάλ’ το δίπλα από τη φωτογραφία του Παύλου, στο μνήμα του. Και να με συγχωρέσει η ψυχή της καημένης της μάνας σου, μα ούτε κι αυτή αγαπήθηκε πραγματικά».

 

Αναστασία
Εικόνα: Νίκος Παπασταματίου, Η αυλή που αφήσαμε, 2016, λάδι σε καμβά, 40εκ. x 50εκ.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *