«Η πραγματικότητα είναι μια μαλακία»

«Η πραγματικότητα είναι μια μαλακία»

Πρώτος ξύπνησα εγώ, άρρωστος…
Όλα τ’ άλλα είν’ ειρωνεία,
μακροχρόνια αναμονή του θανάτου.

Georges Bataille, Μαντάμ Εντουαρντά.

Στον Πρίγκιπα Κρίνο

 

«Η πραγματικότητα είναι μια μαλακία», μου απάντησε με κύρος επαΐοντος στριφογυρνώντας ταυτόχρονα στο τασάκι τη γόπα του τσιγάρου που μόλις είχε καπνίσει. Βρισκόμασταν πολύ κοντά. Το στόμα της βρωμούσε ήδη οινοπνευματίλα και τσιγάρο και στη γλώσσα της παρατηρούσα υπολείμματα ξηρών καρπών. Το πρόσωπό της είχε πάρει ένα ωχροκίτρινο χρώμα που μου θύμιζε ξεφτισμένο σοβά ενώ, η, ούτως ή άλλως, στριγκή, κακοκούρδιστη φωνή της ηχούσε σαν κρώξιμο ετοιμοθάνατου κόρακα. Τα μάτια της ελαφρώς αλληθώριζαν. Είχε μεθύσει, ήταν ξεκάθαρο. Στην ανάπαυλα της κουβέντας μας σηκώθηκε γρήγορα ώστε να επισκεφτεί την τουαλέτα –πιθανότατα για να ξεράσει. Με την επιστροφή της, το χρώμα του προσώπου της είχε επανέλθει ενώ η φωνή της απέκτησε εκ νέου τη γνωστή της ενοχλητική ηχώ. Φαινόταν αρκετά ανακουφισμένη. Είχε σίγουρα ξεράσει· ήμουν βέβαιος. Το ύφος της ωστόσο γινόταν ολοένα και επιθετικότερο. «Η τέχνη», άρχισε να λέει μορφάζοντας απόκοσμα, «δίχως τη φαντασία του καλλιτέχνη, μια φαντασία οργιώδη, μια φαντασία ενστικτώδη, οδυνηρή και ανεξέλεγκτη, δεν είναι παρά μια δουλική απομίμηση αυτής της ωμής ασημαντότητας που ονομάζουμε πραγματικότητα. Η πραγματικότητα είναι μια ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΜΑΛΑΚΙΑ που ένα κάρο κοιμισμένοι μαλάκες μάς δίδαξαν να την παίρνουμε στα σοβαρά. Με καταλαβαίνεις; Η φαντασία, η παράλογη έμπνευση της στιγμής, το απρόβλεπτο και το απροσδόκητο, αυτές είναι οι απαντήσεις μας στην ανιαρότητα της καταδικασμένης μας ζωής».

Την τελευταία φράση την ούρλιαξε θριαμβευτικά λες και συμμετείχε σε χορό αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Οι λιγοστοί πελάτες μάς κοίταξαν απορώντας. Ήταν πλέον εκτός ελέγχου και σίγουρα πολύ γελοία. Θα μπορούσα εν μέρει να είχα προβλέψει μια τέτοια αντίδραση, αφού, γνωρίζοντας εξ αρχής το ασίγαστο πάθος που τρέφει για ζητήματα σχετικά με την καλλιτεχνική δημιουργία, σκόπιμα είχα οδηγήσει τη συζήτηση προς αυτή την κατεύθυνση. Μια τέτοια έκβαση ωστόσο ήταν τελείως αναπάντεχη. Τα περιθώρια είχαν εμφανώς στενέψει: ή θα οπισθοχωρούσα, ξεγλιστρώντας με διπλωματικές ανοησίες, ή θα έπαιζα το παιχνίδι της. Φόρεσα ένα βαθύ βλέμμα και με περίσσια στοχαστικότητα αποκρίθηκα: «Δεν ξέρω τι μου λες εσύ για τη φαντασία. Εγώ όμως είμαι σίγουρος ότι όση ώρα μού μιλάς κοιτάζω τα μπούτια σου και καυλώνω. Και αυτά ανήκουν σίγουρα στην πραγματικότητα. Όπως και η καύλα μου». Γούρλωσε ξαφνικά τα μάτια της και ανασκίρτησε στη θέση της. Ήταν αδύνατον να κρύψει την αμηχανία της. Με άτσαλες νευρικές κινήσεις προσπαθούσε να καλύψει τους μηρούς της τεντώνοντας την κόκκινη καρό φουστίτσα που φορούσε. Είχα οριστικά τον έλεγχο. «Μπορείς αν θέλεις να δεις από μόνη σου. Δεν πρόκειται για φαντασία. Πιάσε τον πούτσο μου να νιώσεις την καύλα μου· ό,τι συμβαίνει είναι πέρα ως πέρα πραγματικό».
Σώπασα. Ήξερα ότι τα λόγια μου ηχούσαν επαναλαμβανόμενα στο κεφάλι της διαπερνώντας μ’ ένα ένοχο ρίγος το κορμί της. Και ευτυχώς είχα δαμάσει τη μαλακισμένη γυναικεία της περηφάνια. Το μουνί της είχε αρχίσει να υγραίνεται –το καταλάβαινα. Με έπιασε απ’ το χέρι και πήγαμε στους δύο καναπέδες που μόλις είχαν αδειάσει ακριβώς απέναντι απ’ την μπάρα που καθόμασταν προ ολίγου. Θυμάμαι τα τακούνια της να χτυπούν ρυθμικά στο πλακοστρωμένο δάπεδο, το λίκνισμα του κώλου της όπως βάδιζε εμπρός μου, τη μυρωδιά της καύλας που ανέδιδε το κορμί της. Στάθηκα απέναντί της κοιτώντας την ευθύβολα. Το ίδιο έκανε και αυτή. Άφησε το κεφάλι της να ακουμπήσει απαλά στον τοίχο που ήταν ντυμένος με μια μοβ ταπετσαρία ζωγραφισμένη με ελικοειδή φύλλα αναρριχητικών φυτών. Τα λεπτά κυλούσαν δίχως να λέμε λέξη.

Τη σιωπηλή μας ακινησία διατάραξε ένα πονηρό γέλιο που συνόδεψε το επίμονο βλέμμα της στα σερβίτσια που βρίσκονταν μπροστά της. Με μία αργή κίνηση του δεξιού χεριού έφερε κοντά της το μαχαίρι και άρχισε να χαϊδεύει κατά μήκος την επιφάνειά του, ξεκινώντας απ’ την ξύλινη λαβή και φτάνοντας αργόσυρτα στην οδοντωτή του λεπίδα. Καθ’ όλη τη διάρκεια αυτών των δευτερολέπτων, που μου φάνηκαν αιώνες, δάγκωνε με μανία τα χείλη της ενώ μου φαινόταν ότι το αριστερό της χέρι, καταχωνιασμένο κάτω απ’ το τραπέζι, πίεζε με κυκλικές κινήσεις την κλειτορίδα της. Τη γρήγορη ανάσα της διέκοπταν πνιχτά αγκομαχητά. Στη συνέχεια άρπαξε τη λαβή του μαχαιριού και το έφερε στη γλώσσα της. Θυμάμαι, εκείνη τη στιγμή, έβλεπα το ιδρωμένο μου μέτωπο να καθρεφτίζεται στα διεσταλμένα της μάτια. Θέλησα να σπρώξω το τραπέζι, να τ’ αναποδογυρίσω όλα, το τραπέζι όμως ήταν βιδωμένο, καθηλωμένο στο πάτωμα. Αφού κύλησε τρυφερά τη γλώσσα της κατά μήκος της λάμας, στη συνέχεια κατέληξε να τη στριφογυρίζει στην κόψη της λεπίδας μέχρι που έχωσε όλο το μαχαίρι στο στόμα της πηγαινοφέρνοντάς το ρυθμικά ενώ οι πιέσεις στο μουνί της γίνονταν όλο και πιο έντονες, όλο και πιο γρήγορες. Τότε ήταν που είδα ότι έτσι όπως ρουφούσε μέσα-έξω το μαχαίρι σχηματίζονταν σταδιακά στις άκρες και στη κόψη του παχιές κηλίδες αίματος, και αμέσως παρατήρησα ότι είχε χαραχτεί μια λεπτή αιμάτινη αυλακιά κατά μήκος της γλώσσας της. Όσο περνούσε η ώρα τα βογκητά όλο και αυξάνονταν, ενώ το λευκό τραπεζομάντιλο είχε πιτσιλιστεί με το αίμα της πληγής της. Είχα παγώσει και την κοιτούσα ασάλευτος. Ίσως και να έτρεμα. Ο κόσμος γύρω μας, τα φώτα, το κροτάλισμα των ποτηριών, η οδοντωτή λεπίδα που πηγαινοέρχεται στο στόμα της, η αιματοβαμμένη κόψη, το λερωμένο τραπεζομάντιλο –όλα αυτά έκαναν σμπαράλια τη συνείδησή μου. Εκσφενδονιζόμουν σ’ ένα σκοτεινό υπερπέραν. Η διάθεσή μου να γαμήσω είχε χαθεί οριστικά· ήθελα να πεθάνω. Με έπιασε θλίψη στη σκέψη αυτού του μεγαλείου που έπεφτε πάνω μου υποκλέπτοντας τις απολαύσεις που σκόπευα να γευτώ και την προέλευση του οποίου μου ήταν εντελώς αδύνατον να καθορίσω. Ένιωθα αχρείος, ελάχιστος, τιποτένιος.
«Δεν μπορώ. Σταμάτα αυτό το παιχνίδι», διαμαρτυρήθηκα, «θα καλέσουν την αστυνομία, θα γίνουμε ρεζίλι. Σταμάτα σου λέω!» Σηκώθηκε και προχωρώντας στάθηκε από πάνω μου. Την έβλεπα τιτάνια ενώ δεν ήταν πάνω από 1.53. Γέλασε φωναχτά και παρατεταμένα.
«Μα η πραγματικότητα δεν είναι παρά μια μαλακία μωρό μου, δεν αξίζει να την παίρνεις στα σοβαρά», μου ψιθυρίζει στο αφτί.
Σηκώθηκα απ’ τη θέση μου, κοιταχτήκαμε κατάματα και τα στόματά μας αφέθηκαν σε ένα άρρωστο, σπαρακτικό φιλί.

N.Σ.

*Ο πίνακας ονομάζεται  Reclining Woman και ανήκει στον αγαπημένου μου Egon Schiele

Author

Οι φίλοι μου σαλιγκραφείς συχνά μου λένε ότι μοιάζω με γυναίκα· θα 'λεγα ότι βρίσκω ένα κάποιο ενδιαφέρον σε αυτή την αοριστία. Ο σκύλος μου απ' την άλλη, με κοροϊδεύει ότι είμαι αδέξιος και ενίοτε κοινωνικά απροσάρμοστος. Ίσως, γι' αυτό και όταν μιλάω κουνάω γρήγορα τα χέρια μου χτυπώντας καταλάθος τους διπλανούς μου. Η ευθύνη μου ως σαλιγκραφέας συνοψίζεται στο να λέω ψέμματα και να βάζω άνω τελείες· η άνω τελεία συμπυκνώνει την ποιητική μου θεωρία. Απ' την άλλη μισώ τα greeklish και τα μηχανάκια, ιδίως δε, όταν αυτά με προσπερνάνε από δεξιά. Η λογοτεχνία του 19ου αιώνα είναι η αγαπημένη μου.-

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *