Οι (Υπά)νθρωποι της μεγαλούπολης

Οι (Υπά)νθρωποι της μεγαλούπολης

Θλιβερό αντικείμενο φανατισμένης περιέργειας

μπρος στην εξαπατημένη σου πραγματικότητα

Λωτρεαμόν

Λεωφόρος Βουλιαγμένης. Βράδυ Σαββάτου, γύρω στις 11.30. Απ’ τα ανοιχτά παράθυρα των αμαξιών ακούγεται δυνατή μουσική. Ένα αμάξι ακινητοποιημένο στη μέση του δρόμου. Μία γυναίκα, σκυφτή, με ακουμπισμένο το αιματοβαμμένο της κεφάλι στο τιμόνι.  Το αμάξι στραπατσαρισμένο, δηλώνει ίχνη εκκωφαντικού τρακαρίσματος. Το όχημα σε σταθερή θέση στη μέση του δρόμου έχει κωλυσιεργήσει τη κυκλοφορία με αποτέλεσμα ένα έντονο μποντιλιάρισμα. Οι οδηγοί στο πίσω μέρος της ουράς κορνάρουν ασταμάτητα. Από τα ανοιχτά παράθυρα ακούς βρισίδια του τύπου ”’άντε και γαμήσου”, ”τί θα γίνει γαμώ τη παναγία μου;” απευθυνόμενα είτε σ’ ένα υπερβατικό υπερπέραν είτε προς τον εκάστοτε μπροστινό της μποντιλιαρισμένης ουράς. Όσο πλησιάζουν τα αμάξια στο ατυχές συμβάν και βλέπουν την αιτία του μποντιλιαρίσματος χαμηλώνουν τις μουσικές, σταματάνε τα βρισίδια, κλείνουν τα παράθυρα και προσπερνάνε κυνικά με μια απότομη μανούβρα το τρακαρισμένο όχημα με τον τραυματισμένο οδηγό στο εσωτερικό του.

Δύο άτομα, στο πίσω μέρος ακόμα της ουράς, κορνάρουν και αυτοί υπακούοντας έτσι στους αγελαίους νόμους της ζούγκλας, της ομόφωνα συγχρονισμένης βαβούρας του αστικού περιβάλλοντος. Φτάνοντας πιο κοντά, σταματάνε και συνειδητοποιούν τί έχει γίνει.  Οι δύο νέοι ξαφνιάζονται που όλοι οι περαστικοί περνάνε ψύχραιμα το τρακαρισμένο αμάξι. Πλησιάζουν και βλέπουν τη γυναίκα αναίσθητη. Ταράζονται. Αρχίζουν να της απευθύνουν τον λόγο. Η γυναίκα συνέρχεται απ’ το σοκ και σηκώνει το στραπατσαρισμένο της κεφάλι παρακαλώντας για βοήθεια.  Ο Γ. καλεί ασθενοφόρο  και έπειτα την αστυνομία, ενώ ο Ν. πάει στο περίπτερο-στην απέναντι γωνία του δρόμου-να αγοράσει νερό και χαρτομάντιλα για τη γυναίκα. Ο Ν. ζητάει τα χαρτομάντιλα και το νερό και ρωτάει τον περιπτερά:

-Είδατε τί συνέβη απέναντι ;

Ο περιπτεράς δίνεi τα χαρτομάντιλα και το νερό. Mε μισόκλειστα μάτια και με στραμμένο το βλέμμα του  αποκλειστικά στα εμπορεύματά του, απαντά΄

-Ναι, είδα.

-Και γιατί δεν κάνατε κάτι; Γιατί δεν καλέσατε ένα ασθενοφόρο ή έστω την αστυνομία;

Ο περιπτεράς σηκώνει το κεφάλι και κοιτάζει  το Ν. με βλέμμα ζώου που μόλις έχει ξυπνήσει από χειμέρια νάρκη.

-Τέτοια πράγματα γίνονται κάθε μέρα. Τί θες να κάνω;

Ο Ν. παίρνει τα χαρτομάντιλα και το νερό χωρίς να πει ευχαριστώ. Ενόσω γίνονταν αυτά, κόσμος πολύς μαζεύτηκε,  περνώντας δειλά το κεφάλι ο ένας επάνω απ’ τον ώμο του άλλου για να παρατηρήσουν περίεργοι το θύμα. Στήνονταν μικρά πηγαδάκια και όλοι συμφωνούσαν με μία φωνή ότι ήταν κάτι φρικτό και εύχονταν να μην έχει πάθει κάτι πιο σοβαρό η γυναίκα. Κάποιοι εξ’ αυτών κρατούσαν κουτάκια μπίρας στο χέρι. Κάποιοι άλλοι απλά κάπνιζαν με βουλιμία-μη ξεκολλώντας τα αδιάκριτα μάτια τους απ’ τη τραυματισμένη γυναίκα. Η αστυνομία εντωμεταξύ είχε φτάσει. Δύο μπάτσοι κατεβαίνουν απ΄το περιπολικό. Ο ένας πρέπει να ήταν γύρω στα 19, ψηλός με μακριά άκρα, λιγνός και αμούστακος με τα ηλίθια ολοστρόγγυλα μάτια του συνεχώς ορθάνοιχτα να προδίδουν μία προαιώνια υποταγή σε κάποιον ανώτερό του. Ο έτερος αστυνόμος, αρκετά μεγαλύτερος, φαινόταν άντρας ρωμαλέος,κοντός και χοντρός σαν ιπποπόταμος χωρίς λαιμό ελέω των ξυγκιών που τον είχαν εκμηδενίσει, αλλά με μάτια σπινθηροβόλα όμοια με ιεροκύρηκα. Βγαίνει απ’ το περιπολικό ασθμαίνοντας και δυσφορώντας που η ζωή εκβιαστικά τον είχε ταξινομήσει σε ένα βιοπαλαιστή αστυνόμο υπεύθυνο για την κοινωνική ευταξία. Ο δύο αστυνόμοι πλησιάζουν στο περιστατικό. Ο ανώτερος μπάτσος ρωτάει τους περαστικούς ζητώντας να μάθει πληροφορίες για το συμβάν. Οι δύο νεαροί του εξηγούν πώς έχουν τα πράγματα επισημαίνοντας ότι οι υπεύθυνοι του τρακαρίσματος φαίνεται να έχουν διαφύγει. Οι δύο μπάτσοι κοιτιούνται μεταξύ τους μη έχοντας κάτι να υποδείξουν. Ο χοντρός ανώτερος αστυνόμος παίρνει πρωτοβουλία και ανακοινώνει με δυνατή φωνή ότι η γυναίκα μπορεί να καταθέσει μήνυση κατ’ αγνώστου επισημαίνοντας όμως ότι τέτοια περιστατικά γίνονται κάθε μέρα  και ότι δύσκολα θα υπήρχε δικαίωση για το θύμα. Η φράση αυτή έφερε μια παρατεταμένη σιωπή.

Σειρήνες ακούγονται από μακριά. Το ασθενοφόρο φτάνει. Οι τραυματιοφορείς κομίζουν τη γυναίκα στο φορείο.

Ο όχλος διαλύεται.

Το θύμα είναι υπεύθυνο για τις πράξεις του.

Ν.Σ.

 

Author

Οι φίλοι μου σαλιγκραφείς συχνά μου λένε ότι μοιάζω με γυναίκα· θα 'λεγα ότι βρίσκω ένα κάποιο ενδιαφέρον σε αυτή την αοριστία. Ο σκύλος μου απ' την άλλη, με κοροϊδεύει ότι είμαι αδέξιος και ενίοτε κοινωνικά απροσάρμοστος. Ίσως, γι' αυτό και όταν μιλάω κουνάω γρήγορα τα χέρια μου χτυπώντας καταλάθος τους διπλανούς μου. Η ευθύνη μου ως σαλιγκραφέας συνοψίζεται στο να λέω ψέμματα και να βάζω άνω τελείες· η άνω τελεία συμπυκνώνει την ποιητική μου θεωρία. Απ' την άλλη μισώ τα greeklish και τα μηχανάκια, ιδίως δε, όταν αυτά με προσπερνάνε από δεξιά. Η λογοτεχνία του 19ου αιώνα είναι η αγαπημένη μου.-

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *