Παρανόησις

Παρανόησις

Όταν ήμουν μικρός, είχα σχηματίσει κάποιες έννοιες στο μυαλό μου, ελαφρώς παραποιημένες. Όχι αδικαιολόγητα, ωστόσο. (Για παράδειγμα, ποιός λεξιθέτησε τον χαρτοφύλακα ως τσάντα αποθήκευσης, και  όχι ως επαγγελματία – security φύλαξης εγγράφων;). Δεν έχω σκοπό να επεκταθώ σε παρόμοιες παρεξηγήσεις, απλώς, επαναστατώ ενάντια στην ανατροπή των παιδικών μου παρανοήσεων και διηγούμαι την παρακάτω ιστορία, λαμβάνοντας όλες αυτές τις έννοιες, αξιωματικά, ως αληθείς.

………………………………….

Λοιπόν, έχω βλαστημήσει νεκρό άνθρωπο, μια φορά. Εν αγνοία μου, βέβαια, αλλά το ‘κανα. Θα μουνα 22 χρονών. Βοηθούσα τον πατέρα μου τις Τετάρτες, στη λαική αγορά στο Κουκάκι, στην οδό Βείκου, μπας και συμπληρώσω το εισόδημα μου. Ως χαρτοφύλακας, σε μεσαία ασφαλιστική εταιρία, δεν έβγαζα και πολλά λεφτά. Με τον πατέρα μου, λοιπόν, πουλούσαμε ελιές. Ξυδάτες, τσακιστές, πράσινες, απ’ όλες.

Την εν λόγω Τετάρτη, ένα αμάξι, εμπόδιζε, παρκαρισμένο ακριβώς εκεί που στήναμε το τροχοπέδι μας. Αφού φωνάξαμε λίγο, αφού βλαστημήσαμε την ώρα και τη στιγμή που γεννήθηκε η ιδιοκτήτρια του αμαξιού – από τον τρόπο παρκαρίσματος, είμασταν σίγουροι πως επρόκειτο για γυναίκα-οδηγό – το σηκώσαμε κάμποσοι άντρες και το μετακινήσαμε αισθητά, ώστε να στήσουμε κανονικά το τροχοπέδι μας. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, εμείς συνεχίζαμε να βρίζουμε χυδαία την ασυνείδητη οδηγό, ενώ πουλούσαμε ελιές.

Αποδείχθηκε τελικά, ότι ο άντρας ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου που μας ενόχλησε, ήταν νεκρός προ διημέρου και ως εκ τούτου, αδυνατούσε να μετακινήσει το αμάξι του. Ένας παλιότερος παραγωγός στη λαϊκή, όταν πια ξεπουλήσαμε όλοι, μας εξιστόρησε, λεπτομερώς, περί αυτού του νεκρού. Η ιστορία του εντυπώθηκε βαθειά στη μνήμη μου και με επηρέασε, ως το σημείο να τη λέω συχνά σε παρέες και να κερδίζω κάμποσα λεπτά απερίσπαστης προσοχής. Πριν πω για τον νεκρό Κωστή, όμως, πρέπει να αναφέρω τον έτερο πρωταγωνιστή της ζωής του. Τον Μίλτο.

Ο Μίλτος γεννήθηκε κάπου στην Ελευσίνα, και νωρίς επέδειξε ταλέντο και συνέπεια στην εργασία του πατέρα του. Η κοπή των ξύλων είναι εργασία που απαιτεί λεπτομέρεια και σβελτάδα. Άλλωστε, όντας ο μοναδικός αρσενικός απόγονος, προοριζόταν εξαρχής για διάδοχος του λατομείου. Η μεγαλύτερη αδερφή του Μίλτου, η Φρειδερίκη, στόχευε να ακολουθήσει την Ιατρική τέχνη, και μάλιστα την Παιδιατρική, μα απέτυχε παταγωδώς και κατέληξε γκαρσονιέρα σε «περίεργες» καφετέριες της Ελευσίνας. Είχε παράπονο ο Μίλτος μεγαλώνοντας, ότι η Φρειδερίκη δεν επένδυσε ποτέ συναισθηματικά σε εκείνον. Αλλά, το έπνιγε, σκεπτόμενος ότι σε κανέναν δεν επένδυσε η Φρειδερίκη.

Ο Μίλτος, ακροβατούσε για χρόνια στο σκοινί της ομοφυλοφυλίας. Και, όταν σε μια επίσκεψη στη πρωτεύουσα γνώρισε τον Κωστή, όχι απλά έπεσε από το σκοινί, μα σωριάστηκε, θα ‘λεγε κανείς, στην αγκαλιά του. Ο Κωστής, άντρας κατασταλαγμένος από μικρός, δεν είχε οικογενειακούς περιορισμούς. Άλλωστε, δύσκολα υφίστανται οικογενειακοί περιορισμοί, δίχως οικογένεια. Εργαζόταν ως χαμηλόβαθμος δημόσιος υπάλληλος στον δήμο Αθηνών, επιφορτισμένος να  κολλάει διάφορα ένσημα σε εργαζόμενους. Έτσι γνωρίστηκε και με τον Μίλτο.

Φυσικά, στην αρχή τα πράγματα ήταν δύσκολα. Ο ερωτευμενος μεν αλλά ισόποσα ενοχικός, Μίλτος, δυσκολεύτηκε να αφοσιωθεί στον έρωτα. Όσον αφορά στις οικογενειακές υστερίες, το εμπόδιο ξεπεράστηκε, μιας και τη δεκαετία του ’80, η απόσταση Αθήνα – Ελευσίνα φαινόταν ικανοποιητική για να απορροφήσει τις οικογενειακές κατάρες. Αλλά, τα κοινωνικά «θηρία», -σε άλλη μια εποχή που διψούσαν για αίμα- τους δάγκωναν αλύπητα. Επιπλέον, ήταν και οι ασυμφωνίες του ζευγαριού που γαύγιζαν απειλητικά. Ως γνωστόν, στον έρωτα, όσο περνάει ο καιρός, οι απαιτήσεις αυξάνονται.

Στην αρχή οι διαφορές μοιάζαν χαώδεις. Και αγεφύρωτες. Σινεμά ήθελε ο ένας, ποδόσφαιρο ο άλλος· κοτόπουλο και χοιρινό ο ένας, μπαρμπούνι και ψαρονέφρι ο άλλος· κονιακ έπινε ο ένας, απεριτίφ ο άλλος. Αγκάθι μεγάλο, ήταν και το θέμα των διακοπών. Ο Μίλτος λάτρευε το βουνό και το δάσος και αντιπαθούσε τη θάλασσα, ο Κωστής είχε έρωτα με τις παραλίες και τα νησιά, ενώ τα πεύκα του προκαλούσαν επιπευκίτιδα.

Μα, οι διαφορές ξεπεράστηκαν και οι κοινωνικές πληγές έκλεισαν και οι καρδιές ζεστάθηκαν με περιπάτους στη Πλάκα και στου Φιλοπάππου.

Εν πάση περιπτώσει, θα ήταν τουλάχιστον επίφοβο, να αναλύσω λεπτομερώς τις διακυμάνσεις του έρωτα του Μίλτου με τον Κωστή, κατά τις τρεις επόμενες δεκαετίες. Άλλωστε, άνθρωποι που συγκινούνται αντάμα για τόσα χρόνια, που όταν τελειώνει το οξυγόνο του ενός, ο άλλος αναπνέει για δύο και που τρέχουνε με το φιλί στο στόμα να προλάβουν να ζήσουν όσο περισσότερα γίνεται, προτού σβήσει το πάθος, δε χρειάζονται αναλύσεις.

Όταν πια πέρασαν, κάπως, τα χρόνια και το ζευγάρι βάρυνε, πήραν από κοινού μια μεγάλη απόφαση. Να βάλουν όσα λεφτά είχαν μαζέψει τόσα χρόνια και να αγοράσουν μια μικρή μονοκατοικία στου Φιλοπάππου. Πέρα από όλα τους τα χρήματα, σε αυτή τη «φωλιά», οι δυο τους στοιβάξαν, ανακατεμένα, αναμνήσεις και σχέδια για το μέλλον.

Η αφοσίωση ζωής σε έναν σύντροφο, ξεπληρώνεται στα γηρατεια, έλεγε ο Κωστής.

Για κάποια χρόνια, έμοιαζε όντως η ζωή να τους ξεπληρώνει αυτά που τους χρωστούσε. Γαλήνη και σεβασμό. Μέχρι που τους τα πήρε πάλι πίσω, βίαια. Συγκεκριμένα, με έμφραγμα του μυοκαρδίου και ξαφνικό θάνατο του Μίλτου.

Ο Κωστής κατέρρευσε και κρεβατώθηκε σαν παιδάκι εμπύρετο. Δεν είχε μάθει να ζει χωρίς τον Μίλτο. Ούτε να πενθήσει δεν ήξερε χωρίς εκείνον, μα ούτε ήθελε κιόλας. Μετά το ξαφνικό συμβάν, η μοναδική οικογένεια που είχε απομείνει και στους δύο, η αδερφή του πεθαμένου Μίλτου, Φρειδερίκη, αποφάσισε να «εκτελέσει» και τον Κωστή. (Δεν το βρήκε ιδιαιτέρως ψυχοφθόρο, μιας και ποτέ δε σταμάτησε να τον κατηγορεί ότι παρέσυρε στην «ακολασία» -για 40 χρόνια- τον αδερφό της.)

Και το «όπλο» που διάλεξε, ήταν το σπίτι στου Φιλοπάππου. Βάσει νόμου, και καθώς το σπίτι ήταν στο όνομα του Μίλτου, η Φρειδερίκη ήταν η νόμιμη κληρονόμος. Διαθήκη δεν υπήρχε, γάμος δεν υπήρχε, συμπόνια δεν υπήρχε. Η Φρειδερίκη πέταξε στο δρόμο τον Κωστή και το σπίτι δε το χρησιμοποίησε ποτέ.

Από κει και ύστερα, ο μισότρελος πια Κωστής, φιλοξενούνταν σε φιλικό σπίτακι, στο Κουκάκι, στην οδό Βείκου, πάνω από τη λαική αγορά, όπου νεκρό τον βρίσαμε, πουλώντας ελιές, μια Τετάρτη. Μάλιστα, έγινε γνωστό και το τελευταίο επεισόδιο της ζωής του: Το προηγούμενο βράδυ, με απίστευτη γλαφυρότητα και διακόπτοντας συχνά για να γελάσει νευρικά, διηγήθηκε στον ιδιοκτήτη του φιλικού καναπέ, την ιστορία από την τελευταία Πρωτοχρονιά, οπου είχε συγκρουστεί με τον Μίλτο:

– Πάμε ρε Μίλτο στην αδερφή σου, τη Φρειδερίκη, για Πρωτοχρονιά, άλλη οικογένεια δεν έχεις.Τόσα χρόνια το λέω. Θα πεθάνει και θα μετανιώνεις. Κάντο για μένα. Άλλωστε, δεν είναι κακή, μαλάκωσε πια.

– Βρε σιγά μη πάω στη Φρίκη να αλλάξω το χρόνο, να μου πάει όλη η χρονιά στραβά…

 

Ναξάκης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *