Φλάιερς

Φλάιερς

Θα πεθάνω. Και επειδή δεν ξέρω πότε θα συμβεί αυτό, όπως κανένας δεν ξέρει, αποφάσισα κάθε έναν χρόνο να γράφω ένα γράμμα που θα θέλω να διαβαστεί στην κηδεία μου. Θεωρώ ότι ο ένας χρόνος είναι ένα καλό χρονικό όριο μέσα στο οποίο η ιδιοσυγκρασία μου δεν θα έχει αλλάξει τόσο πολύ, ώστε αν υπάρχει έστω και ένα απειροελάχιστο ενδεχόμενο να είμαι πνεύμα στην κηδεία μου και να την παρατηρώ από κάπου, να μην ντραπώ, αλλά να νιώσω περήφανη για το τι άνθρωπος ήμουν όσο ζούσα.

Και αν αυτό σε κάποιον φανεί μίζερο, ή καταθλιπτικό, δεν πειράζει, – βασικά ψέματα- προφανώς και πειράζει, σημαίνει ότι δεν έχει αρκετή φαντασία ή ότι είναι αυστηρός κριτής ή ότι φοβάται να μιλά για τον θάνατο. Και το να φοβάσαι να μιλάς για τον θάνατο δεν είναι καλό, είναι δειλό και ο απόλυτος στρουθοκαμιλισμός. Δηλαδή, οκ, αν εσύ θες να χώσεις το κεφάλι σου στην άμμο, καν’ το, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι την ώρα που θα κοιτάς τα όμορφα βοτσαλάκια, δεν θα έρθει ένας τεράστιος αετός με τα γαμψά του νύχια να σε πιάσει από τον κώλο και να σε πάρει. Πώς έφτασα εδώ; Δεν έχω την παραμικρή ιδέα.

Κάποιος θα περίμενε σ’ ένα τέτοιο γράμμα να δίνονται οδηγίες για το τι θέλει ο νεκρός να γίνει το σώμα του, όπως για παράδειγμα, αν θέλει να θαφτεί στην Αθήνα ή στο χωριό, αν θέλει να δωρηθούν τα όργανά του, να αποτεφρωθεί ή να γίνει σημείο άσκησης για τους φοιτητές της ιατρικής. Αλήθεια, πάρτε το δικό μου και κάντε το ό, τι θέλετε. Και αν αυτό το γράμμα το διαβάζει κάποιος που έχει εξίσου άρρωστο μυαλό με το δικό μου, να σημειωθεί, ότι εξαιρούνται οι νεκρολάγνοι. Μάλιστα. Έτσι θα νιώσει περήφανο το πνεύμα μου. Με αποτυχημένα αστεία.

Επίσης, σ’ ένα τέτοιο γράμμα, κάποιος θα περίμενε ο νεκρός να αποχαιρετά την αγαπημένη του οικογένεια, τους φίλους του, τον άντρα του, τον γκόμενό του, το σκυλί του, τον περιπτερά της γειτονιάς, τον φούρναρη ή whatever ο καθένας συμπαθεί διαφορετικούς ανθρώπους. Αλλά όχι, σ’ αυτό το γράμμα δεν θα γίνει ούτε αυτό, γιατί αυτό θα σήμαινε ότι ο νεκρός, εγώ στην παρούσα, σ’ όλη τη ζωή μου δεν είπα στους ανθρώπους που ήταν κοντά μου ότι τους αγαπώ, ότι τους αντιπαθώ, ότι με νευριάζουν ή ότι τους λατρεύω. Και αυτό είναι κάτι που ελπίζω να μην το κάνω, αλλά και αν ακόμα το κάνω, δεν θα θέλω να παραδεχτώ ότι το κάνω ούτε όταν δεν θα ζω.

Το γαμάτο, λοιπόν, με τη ζωή, και αυτό που δυστυχώς χάνεις με τον θάνατο, είναι ότι δεν ακούς την καρδιά σου να χτυπάει. Μεγάλη φιλοσοφία: μια καρδιά που χτυπάει, μια τρόμπα που δέχεται και διώχνει αίμα και μας κρατάει ζωντανούς. Κι όμως, σκέψου ότι αυτή η εναλλαγή των σφιγμών, είναι η εναλλαγή των στιγμών. Ο ρυθμός της καρδιάς μας, είναι η μουσική που παίζει το σώμα μας όταν βιώνει. Και όταν η μουσική πάψει, το σώμα δεν βιώνει, άρα πεθαίνει. Σπαταλάμε ενέργεια, μέρα τη μέρα, να διατηρούμε τη ζωή μας σε μία μόνιμη ισορροπία, σε μια ηρεμία, σε μια σταθερή πορεία, που η καρδιά μας θα παίζει την ίδια μουσική ξανά και ξανά, γιατί απλά φοβόμαστε να την ακούσουμε να φτιάχνει ένα καινούριο τραγούδι, ένα νέο είδος, που δεν θα ξέρουμε πώς να το χορέψουμε.

Και επειδή κάθε επιθανάτιο γράμμα που σέβεται τον εαυτό του πρέπει να είναι διδακτικό και να πατρονάρει, λες και οι νεκροί ξαφνικά γίνονται οι σοφοί του χωριού, η δική μου εντολή είναι: Είσαι καλλιτέχνης που τα υλικά της τέχνης του είναι οι στιγμές της ζωής, οι καλές, οι κακές, οι αγχωτικές, οι καβλωτικές, οι ευτυχισμένες και οι δυστυχισμένες. Πάρτες, και άσε το σώμα σου να φτιάξει τραγούδι με τους σφυγμούς του. Δεν θα πάθεις τίποτα. Έτσι κι αλλιώς θα πεθάνεις κάποια στιγμή. Άκου με ΄μενα, ξέρω. Είμαι νεκρή.

Μάλλον, κάπου εδώ τελειώνει αυτό το γράμμα. Θέλω να γράψω κι άλλο είναι η αλήθεια, αλλά έχω μια μουσική να φτιάξω, όσο μπορώ ακόμα. Επίσης, κάθε επιθανάτιο γράμμα που σέβεται τον εαυτό του, δεν πρέπει να γίνεται βαρετό, αλλά να κάνει τους ανθρώπους να κλαίνε. Γι’ αυτό: Όσο έζησα, μου άρεσε. Όσους γνώρισα, καλοί ή κακοί, μου άρεσαν. Όσους ερωτεύτηκα και γεύτηκα, μου άρεσαν επίσης. Εν τέλει, όλα σου αρέσουν, γιατί απλά, δεν γίνεται διαφορετικά.

Γίνε αυτό που είσαι και αυτό που είσαι να σου αρέσει.

Να σου αρέσει η τέχνη, το γέλιο, το σεξ, ο έρωτας, οι μυρωδιές, οι αγκαλιές, η θάλασσα και τα Αθηναϊκά βράδια.

Και, οκ. Όλοι εσείς που μ’ αγαπάτε, στενοχωρηθείτε που δεν είμαι μαζί σας πια. Αλλά κάποια στιγμή ξεπεράστε το και συνεχίστε να φτιάχνετε τραγούδια. Όσο προλαβαίνετε.

Αυτά”.

Η Ίριδα έκλεισε τον υπολογιστή και σηκώθηκε να κάνει μπάνιο. “Σίγουρα αν πεθάνω θα με θεωρήσουν τρελή”, είπε. Μετά από μία ώρα, η πόρτα του διαμερίσματός της έκλεισε και εκείνη ξεκίνησε για μία από τις σαββατιάτικες βόλτες της στο κέντρο της Αθήνας. Έναν μήνα μετά που η συγκάτοικός της βρήκε αυτό το γράμμα στον υπολογιστή της, η κηδεία της είχε γίνει, σε ένα γκρίζο νεκροταφείο των Αγίων Αναργύρων. Η Χριστίνα το πήρε, το έκανε φλάιερς και ένα Αθηναϊκό βράδυ τα σκόρπισε όπου η Ίριδα συνήθιζε να πηγαίνει.

                                                                          Τασάκι

Η φωτογραφία είναι της Αφροδίτης Alasaad

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *