1 9 9 2

1 9 9 2

Στον Ναξάκη,
που αφουγκράστηκε την ενοχή πίσω απ’ τη φασαρία

 

Συνέβη το χειμώνα του 1992.
Και ήταν πράγματι τραγικό… Κανείς δεν περίμενε πως το πράγμα θα έφτανε ως εκεί. Αλλά και τι μ’ αυτό; Πότε συνέβη το οτιδήποτε που κάποιος είχε καταφέρει αληθινά να το προβλέψει;

Τέλοσπάντων, μιλάμε για μία πραγματική τραγωδία. Φαντάζομαι πως όσοι δύσμοιροι κρατούν ισχυρό το μνημονικό τους ανά τα χρόνια -όπως εγώ- ακόμη θρηνούν. Και η μνήμη, ξέρετε, είναι μεγάλο πράμα, αλλόκοτο. Πόσες φορές δεν ευχήθηκα να είχα ξεχάσει τα πάντα… Να ξυπνούσα, λέει μια μέρα, σαν όλες τις άλλες μέρες και να συνειδητοποιούσα μετά χαράς και απορίας (αναπόφευκτης), πως όλες οι εικόνες, όλες εκείνες οι εικόνες, αλλά κυρίως εκείνο το φόντο πίσω από τις γαμημένες εικόνες, όλα αυτά εν πάση περιπτώσει που ελάχιστα καταλαβαίνουμε αλλά θροΐζουν μέσα μας για καιρό, αν όχι για πάντα, να συνειδητοποιούσα λοιπόν πως δεν υπάρχουν πια. ∆υνατότητα ανάκλησης ουδεμία, κενό εις το πηλίκο. Γιατί πρόκειται πράγματι περί τραγωδίας, σας διαβεβαιώ! Τέτοιος πόνος, τέτοια οδύνη, και μάλιστα τόσο ξαφνικά κι αναπάντεχα… Κανείς δεν το περίμενε.

Συνέβη χειμώνα παραδόξως, και λέω παραδόξως διότι πιστεύω (όχι το πιστεύω απλώς δηλαδή, αλλά η ίδια η ζωή το έχει δείξει να συμβαίνει αμέτρητες φορές) πως οι πιο μεγάλες τραγωδίες συμβαίνουν τα καλοκαίρια• όταν θα τύχει να βρεθείς κοντά στη θάλασσα, σε κάποιο νησί ή τουλάχιστον κυκλοφορείς με πιο ελαφριά ρούχα. Παρ’ όλ’ αυτά, το περιστατικό του ’92 συνέβη μαζί με τα κρύα, όταν κυκλοφορούσα προστατευμένη από τρεις στρώσεις ρούχα και μάλλινα κασκόλ. Ίσως γι’ αυτό και με αιφνιδίασε τόσο πολύ.

Θα μπορούσε να πει κανείς πως έμοιαζε με θανατικό. Ο τρόπος με τον οποίο εκείνη η απώλεια κατασπάραζε τα σωθικά μας, άσχετα με το πόσο κοντά βρεθήκαμε στο πτώμα, ήταν αρκετός για να διατηρήσουμε αυτή τη μυρωδιά σήψης βαθιά μες στα ρουθούνια μας. Μάλιστα καθίσταται σχεδόν αδύνατον -τι σχεδόν δηλαδή, ολοκληρωτικά!, αδιαμφισβήτητα αδύνατον!- να ξεφύγεις από αυτή τη μυρωδιά να ξεφύγεις, να ξεφύγεις από αυτή τη μυρωδιά άπαξ και εκτεθείς στον αέρα που μόλυνε ΝΑ ΞΕΦΥΓΕΙΣ από αυτή τη μυρωδιά που εμείς εισπνέαμε και εισπνέαμε καθώς ρουφούσαμε αέρα μανιασμένα προσπαθώντας να βρούμε οξυγόνο για να καθαρίσουμε το μυαλό από τις εκατομμύρια σκέψεις για να καθαρίσουμε τις σκέψεις από τις εντυπώσεις να καθαρίσουμε τις υποθέσεις από τα δεδομένα τα αδιαπραγμάτευτα να καθαρίσουμε από τη βρώμα της πεποίθησης, του ερωτηματικού… — ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΘΑΡΟ ∆ΕΝ ΣΥΝΤΕΛΕΙΤΑΙ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ ΟΜΩΣ— … Τίποτα επαρκές τίποτα κρυσταλλίζον να αντικατοπτρίσει τη θλίψη της τραγωδίας την αφομοιωμένη στα πετσιά μας θλίψη τη //ΜΕΓΑΛΗ θλίψη// τη γεννημένη μέσα στις πρώτες μέρες εκείνου του χρόνου• κι έτσι βυθιζόοοοομασταν και βυθιζόοοοοομασταν στον άυπνο ύπνο της ερμηνείας του τι είχε μόλις συμβεί.

ΤΙ ΕΙΧΕ ΣΥΜΒΕΙ;;;
;;;;;
Μ ά τ α ι α.

Ίσως αν δεν είχε γίνει τόσο ξαφνικά, ίσως αν συνέβαινε σαν θάνατος αρρώστου που τον περιμένεις μήνες μέχρι να ξεψυχήσει επιτέλους και να ανακουφιστεί, ίσως έτσι ο αέρας να ήταν πιο ελαφρύς. ∆εν ξέρω. Πάντως το ’92 ευτυχώς κανείς δεν πέθανε, από αλλού ήρθε η συμφορά.

Το παράξενο είναι πως διήρκεσε πολύ. Συνήθως τέτοια γεγονότα έχουν την τάση να αποκτούν χαρακτηριστικά στιγμής. Ο χρόνος συστέλλεται σε μια προσπάθεια τακτοποίησης και αντιμετώπισης του κακού. Η αίσθηση που αφήνει ένα τέτοιο δυσβάσταχτο γεγονός είναι πως συνέβη μέσα σε μια στιγμή, σ’ ένα ανοιγόκλειμα των βλεφάρων, όπως όταν αγαπάς κάποιον για καιρό κι έπειτα τον ξεχνάς. Πότε τον ξεχνάς; ∆εν ξέρεις ακριβώς πότε έσβησε από τη μνήμη σου ο τρόπος που λαμπύριζαν εκείνα τα μικρά καστανά θλιμμένα μάτια ψάχνοντας αγωνιωδώς κάτι μέσα στα δικά σου μάτια μες στο σκοτάδι του υπνοδωματίου, αλλά μάλλον πρέπει να συνέβη μέσα σε μια στιγμή γιατί αλλιώς δεν εξηγείται. Όμως ό,τι έγινε το 1992, ακριβώς λόγω του μεγέθους της καταστροφής, δεν μπόρεσε ποτέ να σφραγιστεί στη μικρή στιγμή που συντελέστηκε, αλλά ο χρόνος το άφησε να απλώνεται στις μέρες σαν χολέρα. Παράδοξο μου φαίνεται, ακόμη και τώρα… Πάντως το ’92 ευτυχώς κανείς δεν αγαπήθηκε τόσο ώστε να προκαλέσει τέτοιο πόνο η λήθη του. Άλλο πράγμα αντιμετώπισα, που ελάχιστα συνδέεται με ένα ξεχασμένο ζευγάρι μικρά καστανά μάτια.

Η ΜΝΗΜΗ ΟΜΩΣ ∆ΟΥΛΕΥΕΙ! ∆ουλεύει και
τρυπάει τα μηνίγγια μου χρόνια τωρα!∆ΟΥΛΕΥΕΙ
ΣΑΣ ΛΕΩ, ΣΑΝ ΜΗΧΑΝΗ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΥ! ΜΗ
ΓΕΛΙΕΣΤΕ!Εστω και με το γαμημένο φόντο, έστω
και με τα γαμημένα χνώτα ή τις αποχρώσεις
και τα περιτυλίγματα κι όχι με τα ορθογώνια
παραλληλόγραμμα τραπέζια ή τα γυαλιά
μυωπίας

Οι γονείς μου βέβαια, ανήκουν ξεκάθαρα σε αυτούς που θυμούνται ακόμη. Αν και γερόντια πια, είμαι σίγουρη πως το ’92 χάραξε μέσα τους βαθιά το αντίστοιχο πλακάκι του μωσαϊκού που πατάνε εδώ και χρόνια στο σπίτι μας. Γι’ αυτό άλλωστε από τότε βαδίζουν κι οι δύο στις μύτες. Και ομολογουμένως, πρέπει να είναι πολύ δύσκολο να περπατάς στις μύτες στα γεράματα, με τόσα φαράγγια να χάσκουν από κάτω σου, για σκέψου… Κάθε μέρα μια καινούρια τρύπα για να πέσεις.

Τρομερή χρονιά σάς λέω! Να, για κάτι τέτοια γεγονότα, σαν του ’92 δεν έρχεται κανείς εδώ; Για να νιώσει τελικά πως κάποιος τον πιστεύει. Αυτό νομίζω είναι το σημαντικότερο όταν έχεις ζήσει μια τόσο μεγάλη καταστροφή. Ποιος θα σε πιστέψει; Κι έπειτα είναι και το άλλο: ∆εν μιλάς για τις τραγωδίες στους αγαπημένους σου ή σε όσους ζήσαν μαζί σου τον χαμό. Αυτούς τους προσέχεις, δεν τους στεναχωρείς. Θες να είσαι χάδι απαλό για τα κλαμένα τους μάγουλα, όχι να τους φορτώσεις κι άλλα δάκρυα, ξένα. Αν δεν τους άγγιζε ποτέ καμία θλίψη, θα ήμουν σίγουρα πιο ευτυχισμένη. Άρα για ποιο ’92 μιλάμε; Ποτέ μη σώσουν να μάθουν για το ’92! Όχι όχι, τους αγαπημένους τούς φροντίζουμε, δεν τους φορτώνουμε. Άλλωστε σίγουρα θα ‘χουν και το δικό τους ’92 να παλέψουν. Κι ο χρόνος είναι λίγος, η θλίψη άφθονη. Άρα ας είμαστε τουλάχιστον υπεύθυνοι• μη διαχέουμε τις πίκρες εις τους αιώνες και τους θαμώνες.
Τέλοσπάντων, θυμάμαι είχε πιάσει ο πολύ βαρύς χειμώνας, όταν συνέβη, με χιόνι και κρύο τσουχτερό.
Νοέμβρης ή ∆εκέμβρης ήταν νομίζω. Ο χειμώνας του 1992… Ή μήπως ήταν το ’93; Θα σας γελάσω.

Πάντως ο παγωμένος αέρας μού έκοβε την ανάσ[…]

 

 

μπιζέλι

Author

Το κορίτσι πίσω απ΄το Sophie Lies, εγκέφαλος των Foam και μέλος των Afformance, ταγμένη στο urban dictionary, χαμένη, έξι νύχτες στην Ακρόπολη, επιμένει, με λόγια απλά και νότες καθαρές, ν΄αγγίζει τις πιο ευαίσθητες χορδές μας.Κατά τ' άλλα την λένε Μαρία και είναι λογίστρια.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *