Ενδοχώρα

Ενδοχώρα

Μερικές σκέψεις για την Ενδοχώρα

Η σκέψη του ποιητή είναι πολύ κοντά σε αυτή του αλχημιστή. Ο ποιητής με αλχημικές διαδικασίες προσπαθεί να ανασύρει τη κρυμμένη αλήθεια και να την αποκαλύψει στους συνανθρώπους του, μεταμορφώνοντας τις λέξεις από ορισμένες-στενά προσδιορισμένες οντότητες- σε λόγο αισθητικό όπου η σημασία ταυτίζεται με την αισθητική και συναισθηματική ένταση. Με αυτό το τρόπο ο ποιητής ανοίγει το δρόμο για τις μεγάλες αφαιρέσεις. Στη θέση της αυστηρότητας μπαίνει ένας τύπος πολυδιάστατος, ένας χώρος μέσα στον οποίο όλες οι μορφές ενώνονται η μία με την άλλη σχηματίζοντας ένα συγκοινωνιακό πλαίσιο όπου ο έρωτας και ο θάνατος, η οδύνη και η απόλαυση, η θλίψη και η χαρά, το φυσικό και το υπερφυσικό, γίνονται ένα. Η ποίηση είναι ο θρίαμβος του υποκειμένου, όπου ορίζεται πέρα απ’ το καλό και το κακό, επέκεινα των νοητών αυτοκαθορισμών και ετεροκαθορισμών. H (υπέρ)αξία του άυλου κόσμου, η αναμέτρηση της ποίησης με το ίδιο της τον εαυτό, σηματοδοτείται Μ’ ένα άλμα/  στο κενό/ γιατί μόνο έτσι θα μάθω να πετώ.  Ο ποιητής-αλχημιστής αναμετράται με την ίδια τη ποίηση συντρίβοντας τις προκαθορισμένες έννοιες ρίχνοντάς τις στο κενό και καλώντας  την αισθητική θέαση του κόσμου : Θάψε τη γλώσσα/άρπαξε τ’ όργανο/παίξε τη Μπόσα/. Τα (υπο)προϊόντα του νου παίρνουν αξία μόνο μέσω των μεταμορφώσεων. Η άμεση και αντανακλαστική αισθητική εντύπωση ως καλλιτεχνικό αποτέλεσμα ξεπερνά την αξία ενός διανοητικού συλλογισμού. Με άλλα λόγια, η ομορφιά της φύσης, μιας γυναικείας ή αντρικής μορφής, ξεπερνά ως εντύπωση την αξία μίας σκέψης. Κι αφού αποδεχτούμε/πως ο,τι και να πούμε/η σκέψη έχει ταβάνι /κλείνω με ένα προβληματισμό-λογικό επακόλουθο των προαναφερθέντων- που τον έχει εκφράσει και ένας απ’ τους μεγαλύτερους ποιητές αυτού του τόπου:  “η ερμηνεία του ποιήματος μπορεί να εμποδήσει μάλλον παρά να βοηθήση τον αναγνώστη στην απόλαυση του ποιήματος[…] Το ποιητικό κείμενο δεν είναι τόσον περιγραφή ή εξιστόρησις, αλλά αυτό τούτο το γίγνεσθαι του ποιήματος-γεγονότος”( Ανδρέας Εμπειρίκος, Προϊστορία ή Καταγωγή του Ανδρέα Εμπειρίκου) 

Ν.Σ.

 

i)

Βαδίζω μες στην Ενδοχώρα

μήτε τη λήθη ζω ·

μήτε την ‘Ώρα

 

Τρυγώ το ξέφραγο αμπέλι

πυρόζωη έκχυση

γάλα και μέλι

 

Οι τρίχες, πλέγματα,

μ’ αλμύρα, χώμα,

σε άγια δέρματα

 

ζάρες σκαφτές,

σπήλαια, των όρεων

σκαλίσματα, πληγές

 

Ο ήλιος θαμπός

πίσω τα σύννεφα ·

υφήρπαζαν το φως

 

Φόβο δεν ξέρει,

το γαλάζιο ούτε το μπλε

απού αγαπά τ’ αστέρι

 

Με τους παλμούς αρμονικούς

– Μη το γελάς –

σώζεσαι απο θαύματα,

και από  μαρασμούς

 

ii)

Ο διασκελισμός μου φτάνει,

ν’ απλώσω τους πλοκάμους μου

ίσα με το ταβάνι

 

θάψε τη γλώσσα

άρπαξε τ’ όργανο

παίξε τη Μπόσα

 

Κάθετη πτώση,

της πέτρας πάφλασμα

του απείρου η γνώση

 

Δυο- τρία σκιρτήματα,

μες στη καρδιά μου

συνθέτουν ποιήματα

 

των γρύλων ψαλμωδίες ,

καινούρια χρώματα,

μεστές θωπείες

 

Γυμνά τα σώματα, διαβήκαν,

ύστερα ενώθηκαν

και διαλυθήκαν

 

Αυτό που κρύφτηκε,

δίχως παρόν,

στο χρόνο ρίχτηκε

 

” Σα τη λογιάζεις τη δουλειά,

όρτσα ·

και μη δειλιάζεις ”

 

”  Αμόλα τη τη νιότη σου,

άφοβα, σαν γαρδένιες ,

ν’ ανθίσουνε οι κόποι σου ”

 

” Σπάσε με μια βολή

κάθε βολή ”

το αδιάγνωστο σε προκαλεί .

 

iii)

Βηματισμός στο ασυνεχές ,

πλους των ονείρων,

πληγές · από έγκυρες πηγές

 

Θρονιάστηκε η φυγή χορτάτη,

για χάρτη χάραξε

ένα εφιάλτη

 

Σβήσαν τα μάτια,

άκαμπτοι μύες λέκιασαν

τα πορφυρά σου ιμάτια

 

Το νου ματώνει μια αγκίδα,

ψίχουλα έκφρασης,

παγίδα, σαν ελπίδα

 

Στου Ποταμού τις εκβολές

βρήκα τα μέλη μου

σκόρπια

στωικά τα σύλλεξα

και τα ‘κανα μπαλώματα

σε άλλων τις ραφές

 

iv)

Μ’ ένα άλμα πέφτω στο κενό

– δε το φοβούμαι –

έτσι θα μάθω να πετώ

 

Κάτι ανοίκειο, μια τρύπα

δίχως φως, τόσο οικείο γίνεται,

όπως η απόδραση απ’ τα σπλάχνα της μητρός

 

Ρίξαν’ στη σκαλιστή τη πέτρα

σοβά, άσπρο, αποπνιχτικό,

κι ευθύς μου πήρανε τα μέτρα

 

” Αυτό δε σου χωρεί

Τούτο δεν σου ‘πιτρέπεται

Κείνο κανένας δε το συγχωρεί ”

 

” Είσαι ιδιαίτερος, μοναδικός !

Μα διασκορπίζεσαι,

τι οκνηρός! ”

 

” Καταλαβαίνουμε, ωραία τα χόμπι,

καλή κι η θάλασσα,

μα είμαστε ανθρώποι ”

 

” Γι’ αυτό συμμάζεψε τον νου και συγκεντρώσου,

κατάπιε το συναίσθημα

κι αποσβολώσου ! ”

 

” Και να μη σκιάζεσαι, τόσο σε αγαπούμε,

–  για σε ο,τι κάνουμε –

μόνο για σένα πολεμούμε ”

 

Αχ, τι καλοί, και σπλαχνικοί!

Ποθούν διακαώς

να επιστραφώ, ξανά, στη γη

 

Το πόδι που περσσεύει,

αγαπητοί Προκρούστες μου,

κόψτε το, δε βολεύει

 

Κι αν το γαργαλητό των στίχων μου

αφυδατώνει τον λαιμό σας,

σκίστε τη μήτρα, των  φάλτσων ήχων μου

 

Το κλάμα και το γέλιο

να έχουν ήχο έναν

το φλάουτο και το τσέλο

 

Τις νότες να υποκαταστήσει

μπαλτάς αιματοκύλιστος  , ότι έχω εντός μου,

στο πάγκο του σφαγείου να κοπανήσει

 

Συμπλέγματα αίματος,

κίνηση βίαιη, σπασμωδική,

ιδού ο Υιός , του ξεραμένου σπέρματος

 

v)   ΘήΛΥ

Γυναίκα δίχως δόλο

φανέρωσέ μου τ΄ όλο

και γω θα σου χαρίσω

τα χέρια μου, το πνέμα μου τ’ ανήσυχο

 

Κι αφού αποδεχτούμε

πως ο,τι και να πούμε

 

η σκέψη έχει ταβάνι

που σε σεβντά σε βάνει

 

χρόνου δεν θαν’ σπατάλη

η πιο θερμή αγκάλη

 

η ιερή μας η σιωπή

λέξεις δεν θάβρει να κρυφτεί

 

Και των γυμνών κορμιών μας η αξία

δεν θα ναι γράμματα χρυσά στην Ιστορία

γιατί η ιστορία μας, και μόνον,

θα αρκεί.

 

Έλα,

πίσω απ ΄τις φυλλωσιές

 

Έλα,

να γλύψουμε ο ένας τ’ άλλου τις πληγές

 

 

 

………………………………………

 

 

 

 

νι)  Τελευταίο και μάλλον αχρείαστο …

 

Βαδίζω μες στην Ενδοχώρα

ξεχάστηκα

πέρασε η ώρα

 

Τώρα τα κρίνα θα κοιμόνται, κι οι γυρίνοι,

φταίει που έμπλεξα

μ’ ανθρώπου σμήνη

 

Τώρα η στροφή

θα ίσιωσε, το πρώτο άσμα του Μαλντορόρ,

δεν θα ξαναπαιχτεί

 

Λέτε να άργησα πολύ,

να βγήκε το ΄πιδόρπιο,

χωρίς εμένα να ξεκίνησε η γιορτή ;

 

Στο ανκόρ ζητάω

από το μέγα ποιητή

κάτι να απαγγείλει

με συστολή και μεταμέλεια για την αργοπορία,

την αδιαφορία που επέδειξα

και την αφέλεια

 

και λέει …

 

”  Καλύτερη η αργοπορία

απ’ τη πιστή ακολουθία

Καλύτερα κανείς ν’ αδιαφορεί

απ’ το να ενδιαφέρεται για κάτι που του έχει επιβληθεί

Καλύτερη και η αφέλεια

από του νου τη νομοτέλεια

 

Αλλά καλύτερο απ’ όλα

το βάδισμα στην ενδοχώρα

σε μια πιστή ακολουθία

στων ενορμήσεων την πορεία

την πιο βαριά σηκώνοντας ευθύνη

καμία ανεκτόνωτη ενέργεια να μη μείνει

κι αν θες σε Τέχνη να υψώσεις την αφέλεια

κάν’ τηνα ποίηση

και τάισε τ’ αστέρια . ”

 

Φωκάς .

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Author

Το "Φωκάς" του 'μεινε απ' το σχολείο. Παρ' όλα αυτά έχει γίνει τόσο δικό του, ώστε σπανίως γυρίζει το κεφάλι όταν κάποιος θα τον αποκαλέσει με το βαφτιστικό του. Είναι ένας τραγουδοποιός που είναι κοινωνικός λειτουργός, που παίζει κιθάρα, αλλά που θα 'θελε να παίζει τσέλο φορώντας κάτι ανάλαφρο, όπως για παράδειγμα σανδάλια και αμάνικες φαρδιές φανέλες μες στον Χειμώνα. Όταν κανείς δεν κοιτάει ή όταν κοιτάνε όλοι, είναι ποιητής. Κάνει παρέα με σαλιγκάρια και σκυλι(ε)ά, αλλά θα 'θελε να χει μια γάτα. Αρέσκεται στο να απαγγέλλει ποιήματα μιμούμενος την φωνή του Εμπειρίκου και του Χριστιανόπουλου, εναλλάξ. Θα τον πετύχετε να τριγυρνάει στο Παγκράτι κρατώντας μία ναιλότσαντα Σκλαβενίτη μ' όλα του τα υπάρχοντα, σφυρίζοντας κάποιον οικείο σας σκοπό. Μην φωνάξετε "Γιώργο!", δεν θα γυρίσει...

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *