Η πολυκατοικία

Η πολυκατοικία

 

Πόσο αργά κατεδαφίζεται μία πολυκατοικία

που στα θεμέλια της

πιστοί εργάτες

μανιασμένοι εραστές και ορκισμένοι εχθροί

ξόδεψαν άνευ όρων το αίμα τους ?

 

Όσο ανεβαίνω τους ορόφους

τόσο πιο θολές γίνονται οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Ταξιδεύω μες στον έρωτα

τον καρτερώ

τον φτάνω

και όταν τον αναπνέω

τον οσφρίζομαι

τον αγγίζω

πάντα η ίδια ερώτηση καρφώνει την ψυχή και την καρδία μου στον τοίχο.

«Πώς να σε προσφωνώ

παραδείσια κόλαση ή ακόλαστο παράδεισο?

 

Πόσο αργά κατεδαφίζεται μία πολυκατοικία

που στα θεμέλια της

πιστοί εργάτες

μανιασμένοι εραστές και ορκισμένοι εχθροί

ξόδεψαν άνευ όρων το σπέρμα τους ?

 

Το μυαλό μου θολώνει και

το οξυγόνο λιγοστεύει όσο ανεβαίνω τους ορόφους.

Η όραση μου αλλοιώνεται από τις αναθυμιάσεις των συναισθημάτων.

Δεν γνωρίζω  πια τι σκέφτομαι

ποιος είμαι

που βαδίζω.

Τρικλίζω παραμένοντας αδρανής

τόσο νηφάλιος από την συνεχή μαστούρα

τόσο ξένος με τον εαυτό μου αλλά και τόσο ένα με αυτόν.

 

Πόσο γρήγορα κατεδαφίζεται λοιπόν

μία πολυκατοικία

που στα θεμέλια της

πιστοί εργάτες

μανιασμένοι εραστές και ορκισμένοι εχθροί

ξόδεψαν άνευ όρων το αίμα τους ?

 

Ίσως σε μία στιγμή

Ίσως σε μία αιωνιότητα

Ίσως να την κατατρών’ οι τερμίτες της συνήθειας

Ίσως να σωριάζεται με ένα φονικό σεισμό.

 

Ασθμαίνω…

 

Όσο ανεβαίνω τους ορόφους η σάρκα μου σκίζεται

δεν έχω σώμα να με ελέγχει

δεν είμαι ένας

είμαι δύο ή και κανένας.

Δεν υπάρχει ήχος ούτε εικόνα

ούτε μια νότα να χαϊδέψει την ατμόσφαιρα

ούτε ένα χρώμα να προσδιορίσει τον χώρο.

 

Σ΄ αγαπάω   είπα.

Ύστερα

πέθανα και γεννήθηκα ξανά απ την αρχή

και πάλι κατέληξα κάτω απ το χώμα

αναστήθηκα

κάηκα στην κόλαση ύστερα

εξαγνίστηκα

βάρυνα πάλι με αμαρτίες

ανέβηκα τον Γολγοθά κουβαλώντας τον σταυρό

κατέβηκα τον Γολγοθά με φτερουγίσματα περιστεριού

ένα βόλι με λάβωσε  στο στήθος

το κουφάρι μου τράνταξε τη γη

τάισα τα πουλιά και τα δέντρα με το νεκρό μου σώμα

άνθισα σαν λουλούδι ένα πρωί

ήρθε η νύχτα και με πότισε φαρμάκι

μα η γύρη μου εξαπλώθη δω και κει.

 

Σ΄ αγαπάω   είπα

αφού τίποτα δεν υπήρξε ούτε και θα υπάρξει

πιο  αληθινό από αυτό.

Δεν θα σε ξεγελάσω πια μ΄ αγγέλους και λουλούδια

Ούτε θα κόβω και θα ράβω τον εαυτό μου.

 

Η μεγαλοστομία μου δεν έχει πια ηχείο

διότι απ τις γροθιές

δεν έμεινε ούτε ένα δόντι μες στο στόμα

και είναι εύλογο

μόνο υπόκωφοι ήχοι και απροσδιόριστα ψίθυροι ν΄ ακούγονται.

Σ΄ αγαπάω ούρλιαξα!

Με μια φωνή που αντήχησε σε ολόκληρο το σύμπαν.

Το άκουσες μα δυστυχώς ήσουν πολύ μακριά για να το νιώσεις.

 

Φωκάς .

Author

Το "Φωκάς" του 'μεινε απ' το σχολείο. Παρ' όλα αυτά έχει γίνει τόσο δικό του, ώστε σπανίως γυρίζει το κεφάλι όταν κάποιος θα τον αποκαλέσει με το βαφτιστικό του. Είναι ένας τραγουδοποιός που είναι κοινωνικός λειτουργός, που παίζει κιθάρα, αλλά που θα 'θελε να παίζει τσέλο φορώντας κάτι ανάλαφρο, όπως για παράδειγμα σανδάλια και αμάνικες φαρδιές φανέλες μες στον Χειμώνα. Όταν κανείς δεν κοιτάει ή όταν κοιτάνε όλοι, είναι ποιητής. Κάνει παρέα με σαλιγκάρια και σκυλι(ε)ά, αλλά θα 'θελε να χει μια γάτα. Αρέσκεται στο να απαγγέλλει ποιήματα μιμούμενος την φωνή του Εμπειρίκου και του Χριστιανόπουλου, εναλλάξ. Θα τον πετύχετε να τριγυρνάει στο Παγκράτι κρατώντας μία ναιλότσαντα Σκλαβενίτη μ' όλα του τα υπάρχοντα, σφυρίζοντας κάποιον οικείο σας σκοπό. Μην φωνάξετε "Γιώργο!", δεν θα γυρίσει...

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *