Ραψωδία ι 410

Ραψωδία ι 410

 

Συμφωνα και φωνηεντα αναμαζωχθησαν

τοσοι διφθογγοι που με πιανει οργη.

Οι περισσοτεροι δεν εχουν, η ομυγηρης δεν γνωριζει

και ‘γω

αφριζω από τη λυσσα μου.

 

 

Ταρασσει τα νερα,

μια αρχεγονη κραυγη.

Απο τις ακριες των ακριω  και από τις ριζες τω ριζω –

με προσταζει σαν αφεντρα.

Τι να σκοτωσω… Τι να διασωσω…( αν το μπορω)

 

Γνωριζω μητερα, πως

αν μου επιτρεποταν παλι μια αλφαβητο

απ’το μηδεν να σχεδιασω

ολα θα’ταν αλλιως.

 

Oμως αυτο το Ψι,

σαν τρυαινα ξετρυπα τα σωθικα μου,

ξεχυνουντε φαρμακια στο μυαλο.

Και θελω να φυγω…

– Ομως απο που;

 

Χ.

 

Author

Το "Φωκάς" του 'μεινε απ' το σχολείο. Παρ' όλα αυτά έχει γίνει τόσο δικό του, ώστε σπανίως γυρίζει το κεφάλι όταν κάποιος θα τον αποκαλέσει με το βαφτιστικό του. Είναι ένας τραγουδοποιός που είναι κοινωνικός λειτουργός, που παίζει κιθάρα, αλλά που θα 'θελε να παίζει τσέλο φορώντας κάτι ανάλαφρο, όπως για παράδειγμα σανδάλια και αμάνικες φαρδιές φανέλες μες στον Χειμώνα. Όταν κανείς δεν κοιτάει ή όταν κοιτάνε όλοι, είναι ποιητής. Κάνει παρέα με σαλιγκάρια και σκυλι(ε)ά, αλλά θα 'θελε να χει μια γάτα. Αρέσκεται στο να απαγγέλλει ποιήματα μιμούμενος την φωνή του Εμπειρίκου και του Χριστιανόπουλου, εναλλάξ. Θα τον πετύχετε να τριγυρνάει στο Παγκράτι κρατώντας μία ναιλότσαντα Σκλαβενίτη μ' όλα του τα υπάρχοντα, σφυρίζοντας κάποιον οικείο σας σκοπό. Μην φωνάξετε "Γιώργο!", δεν θα γυρίσει...

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *