Η φιλοσοφία ως έργο τέχνης: για τον Νίτσε και τον Ζαρατούστρα

Η φιλοσοφία ως έργο τέχνης: για τον Νίτσε και τον Ζαρατούστρα

Πρόλογος εν είδει απολογίας

Πριν μιλήσω για τον Νίτσε και τον Ζαρατούστρα του, θέλω να μοιραστώ κάποιες σκέψεις που μου γεννήθηκαν απ’ τη συνάντησή μας:  τον Νίτσε δεν τον καταλαβαίνεις. Τον Νίτσε δεν τον ερμηνεύεις, ούτε τον κατανοείς· τον βιώνεις και τον αισθάνεσαι. Συμμερίζεσαι το πάθος και τη φλόγα της γραφής του. Συμπαρασύρεσαι στο ρυθμό της σκέψης του, στο ρυθμό των συναισθημάτων που πυροδοτεί το τραγούδι της φιλοσοφίας του. Το έργο του Νίτσε είναι  σαν ποίηση, σαν ένα καζάνι που βράζει και υποτασσόμενος στην πρόκληση να το εξερενήσεις καίγεσαι και ‘συ μέσα σ’αυτό.  Δεν περίμενα ότι τα συναισθήματα που δοκίμαζα διαβάζοντας Ρεμπώ, θα τα αισθάνόμουν εκ νέου διαβάζοντας τέτοιες γραμμές:

Ο άνθρωπος είναι το πιο σκληρό ζώο. Στις τραγωδίες και τις σταυρώσεις,

έβρισκε μέχρι τώρα τη μεγαλύτερη χαρά του πάνω στη γη. Και όταν επινόησε την κόλαση, αυτός ήταν στ’ αλήθεια ο παράδεισος του.

Οι καλλιτέχνες είναι άνθρωποι άρρωστοι, η ψυχή τους νοσεί και ψάχνουν διέξοδο μέσω της τέχνης. Αυτοί οι άνθρωποι αν δεν γράψουν-αν κάποια αόρατη δύναμη τους στερήσει αυτό το δικαίωμα- δεν θα μπορέσουν επιβιώσουν. Η τέχνη γι’ αυτούς  είναι θεραπεία, είναι το φάρμακο της άρρωστης ψυχής τους. Η τέχνη όμως πέρα απ’ την θεραπευτική της ιδιότητα, είναι και επικίνδυνη·  όσο πιο κοντά σε φέρνει στο παράδεισο άλλο τόσο πιο κοντά σε οδηγεί και στην κόλαση. Γι΄αυτόν ακριβώς το λόγο, οι καλλιτέχνες είναι οι άνθρωποι που ζουν πιο κοντά στο θάνατο. Φλερτάρουν συνεχώς μαζί του, τον ακουμπάνε, τον μυρίζουν, τον  αισθάνονται, τον αντικρίζουν ενίοτε κατάματα, ενώ άλλες φορές παραδίνονται στη σαγηνευτική πρόκληση της αόρατης ύπαρξής του. Ο Νίτσε ήταν άρρωστος και παράφρων. Διαβάζοντας το έργο του το αισθάνεσαι και το καταλαβαίνεις. Στα λόγια του αναδύεται το ανείπωτο, το ζοφερό, αποκαλύπτονται τα βαθύτερα μυστικά της αβυσσαλέας μας ζωής που η ανάδειξή τους ισοδυναμεί με μία κατά μέτωπο αναμέτρηση της ύπαρξης με τον ίδιο της τον εαυτό. Ο αναγνώστης οφείλει να τον αισθανθεί και να τον συναισθανθεί, να αφεθεί στο ρίγος που θα διαπεράσει όλοκληρο το κορμί του. Το νιτσεϊκό έργο δεν μπορείς να το διαβάσεις ήρεμος. Τουλάχιστον αν το διαβάσεις έτσι, δεν θα το έχεις αισθανθεί και ας το έχεις καταλάβει. Ο Αντρέ Ζίντ, στο πρόλογο της γαλλικής μετάφρασης του Ιδέ ο Άνθρωπος λέει αυτά τα λόγια για τον Νίτσε: «για να μιλήσουμε καλά για τον Νίτσε χρειάζεται περισσότερο πάθος και λιγότερο σχολειό· περισσότερο πάθος, προ πάντων, και συνεπώς λιγότερος φόβος».Ο Νίτσε ήταν πιστός στις διακηρύξεις του. Αφού πρώτα τραγούδησε τη λαβυρινθωδη ύπαρξη, διακηρύσσοντας την ομορφιά και την αυτοϋπέρβαση μέσω της οδύνης και της αυτοκαταδίκης, οδηγήθηκε απ’ τα υψίπεδα της διανόησης στην παραφορά και την παραφροσύνη. Στην ζωή όμως η ομορφιά, η οδύνη, η τρέλα και η πνευματικότητα συνυπάρχουν. Στον Ζαρατούστρα η ομορφιά και η οδύνη επίσης συνυπάρχουν.  Ο Ζαρατούστρα γίνεται μία συνεκδοχική, μετωνυμική προβολή ολόκληρης της νιτσεϊκής φιλοσοφίας, όπου ο ρυθμός της είναι ένας δεσμός, ένα δέσιμο που κρατάει ενωμένες τις αντίθετες ροπές της ύπαρξης. Εκεί ακριβώς, στην κρυμμένη ενότητα που βρίσκεται στα κατάβαθα της ύπαρξης, κάπου εκεί καλά κρυμμένο βρίσκεται το νιτσεϊκό έργο.

Η φιλοσοφία ως έργο τέχνης: για τον Νίτσε και τον Ζαρατούστρα

«Κι ο Ζαρατούστρα είπε τα εξής στον λαό: «Σας διδάσκω τον υπεράνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί. Τι κάνετε εσείς για να τον ξεπεράσετε;». [1] Τα λόγια αυτά ανήκουν στον τριαντάχρονο ερημίτη Ζαρατούστρα, ο οποίος κατεβαίνοντας απ’ το βουνό που ζούσε μονάχος του για δέκα χρόνια, απευθύνεται στους συνανθρώπους του προκαλώντας τους να ξεπεράσουν τον «άνθρωπο» και να φτάσουν τον «υπεράνθρωπο». Ο Ζαρατούστρα που «με τον ήχο της φωνής του κυριαρχεί πάνω σε χιλιάδες χρόνια», είναι το σημαντικότερο και το πιο αντιπροσωπευτικό έργο του Γερμανού φιλόσοφου. Η ζωή και το έργο του Νίτσε είναι λιγότερο φιλοσοφία και πιο πολύ έργο τέχνης ή για να το πω και διαφορετικά: η φιλοσοφία του ασκείται σαν τέχνη (Βιτγκενστάιν) και κολαστήριο. Η πορεία του συνταράσσεται από συνεχείς δονήσεις Ο Νίτσε δεν είναι ένας παραδοσιακός φιλόσοφος, και έχει δίκιο ο Ντομινίκ Γκριζονί όταν τον αποκαλεί «φιλόσοφο καλλιτέχνη», καθώς η φιλοσοφία για τον Νίτσε, είναι μία «τέχνη με τους στόχους της και τα προϊόντα της[…]Είναι μία μορφή ποίησης. Αδύνατο να την ταξινομήσουμε.»[2] Με δεδομένη λοιπόν την ιδιαιτερότητα του νιτσεϊκού έργου, για να αποφύγω τη παγίδα της παρερμηνείας, χαράζω αρχικά ένα θεωρητικό περίγραμμα πάνω στο οποίο θα διεισδύσω ασφαλέστερα στην ταυτότητα του υπερανθρώπου.

  Η φιλοσοφία του Νίτσε προσιδιάζει σε μια υλιστική, «αντιμεταφυσική» θεώρηση της ύπαρξης που αντιτίθεται σε οποιοδήποτε είδους ιδεαλισμό οικοδομώντας μία οντολογία για τον κόσμο, όπου το «είναι δε σχετίζεται καθόλου με μια ουσία αντιτιθέμενη σε μια ύπαρξη.»[3] «Σας εξορκίζω αδελφοί μου, μείνετε πιστοί στη γη και μην πιστεύετε εκείνους που σας μιλούν για υπεργήινες προσδοκίες!»[4], αναφωνεί ο Ζαρατούστρα μεταφέροντας τα όρια της οντολογικής σκέψης στα εγκόσμια μέτρα και σταθμά, ασκώντας παράλληλα κριτική σε οποιονδήποτε περιορίζει την δυνατότητα της γνώσης, της έρευνας και του λόγου.[5]

  Το βασικό πρόβλημα  που περιορίζει το άτομο είναι η ίδια η ύπαρξη του Θεού, όπως αυτή ορίστηκε και διαδόθηκε απ’ τον Χριστιανισμό, απ’ τη στιγμή όμως που «ο θεός πέθανε»[6] ανοίγει ο δρόμος, για να μετατρέψουμε «το θάνατο του θεού, μια μεγάλη απάρνηση και μια αέναη νίκη επί των εαυτών μας[…]».[7] Ο άνθρωπος δηλαδή πρέπει να δει στο «θάνατο του θεού» την ανάσταση του προσωπικού του Θεού, που είναι ο ίδιος του ο εαυτός, συνιστώντας με αυτό τον τρόπο μία αυτοϋπέρβαση που αντιτίθεται στην έννοια της υποτιθέμενης μελλοντικής ανάστασης του Ιησού.[8] Οι άνθρωποι σταυρώνοντας και θανατώνοντας τον Ιησού Χριστό, ο οποίος και έφτασε στη γη ως απεσταλμένος του Θεού, διέπραξαν το μέγιστο των αμαρτημάτων, που συνάδει με το απόλυτο κακό, διαχωρίζοντας έτσι τους εαυτούς τους απ’ τον Θεό.[9] Το κακό δηλαδή αποτελεί την επιβεβαίωση της ίδιας της ύπαρξης των όντων -καθώς αυτή ενέχει το διαχωρισμό τους.[10] Αυτός ο διαχωρισμός είχε σοβαρές συνέπειες για το ανθρώπινο είδος, καθώς «μαζί με τον θεό έχει χαθεί και η θεμελιώδης για τον δυτικό πολιτισμό έννοια του «επέκεινα», η ιδέα του άλλου, ιδεατού[…]κόσμου που ξεφεύγει απ’ τις αισθήσεις μας»[11] καταργώντας έτσι μαζί με την ιδέα του Θεού και τα υπόλοιπα δίπολα που συνδέονται με αυτήν. Με άλλα λόγια, η κατάρρευση του Θεού επιφέρει σοβαρές συνέπειες στο ανθρώπινο είδος, αφού ισοδυναμεί με την άρση ενός αυτονόητου για χιλιάδες χρόνια μανιχαϊκού και έντονα διχαστικού τρόπου σκέψης διανοίγοντας έτσι τον δρόμο για τον αυτοκαθορισμό του ατόμου με όρους πέρα απ’ το καλό και το κακό, όντας ελεύθερο πλέον από περιοριστικές θρησκευτικές ηθικολογίες.[12] Ο Νίτσε, στον Αντίχριστο, ασκεί αιχμηρή κριτική στον Χριστιανισμό και στην δυϊστική αντίληψη ζωής που αυτός εκπροσωπεί, επισημαίνοντας ότι «Ο  π α ρ ά   φ ύ σ ι ν ευνουχισμός ενός θεού, προκειμένου να γίνει, σώνει και καλά θεός, μόνο των «καλών», κάθε άλλο παρά επιθυμητός θα ήταν. Ο «κακός» θεός είν’ εξίσου απαραίτητος με τον «καλό» θεό[…]Ποιό το νόημα ενός θεού που δεν γνωρίζει οργή, εκδίκηση, φθόνο, περιφρόνηση πονηριά και βία; Που αγνοεί τη μεθυστική γοητεία της νίκης και της καταστροφής;» για να καταλήξει ότι  «κανένας δεν θα καταλάβαινε ένα τέτοιο θεό: για ποιο λόγο, λοιπόν να, τον λατρέψει;»[13] Στην νιτσεϊκή αρχή για το  «θάνατο του θεού» ερμηνεύουμε την απεμπλοκή του ανθρώπου από την «πρωταρχική μεταφορική έννοια του φαντασιακού», που ισοδυναμεί με τον όρο «θεός» και διαιωνίστηκε απ’ τους ανθρώπους, οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο συνέπραξαν στον ηθικό τους αυτοπεριορισμό. Η αποδόμηση των αξιών που στοχάζεται ο Νίτσε, «περνά κι αυτή από την κάθαρση των λέξεων, γιατί η εννοιολογική παγιοποίηση γέννησε τη ηθική νομιμότητα και εξιδανίκευσε την «εμφυλάκιση» βαφτίζοντάς τις αξίες.»[14] Άλλωστε,  η σημαντική για το νιτσεϊκό έργο φράση «θέληση για δύναμη», απαντά και στη προσπάθεια των όντων να ονοματίσουν, δηλώνοντας με αυτό τον τρόπο την επιθυμία τους για «καθυπόταξη και παράδοσης όλων των όντων.»[15] Κατά συνέπεια, η μορφή και το περιεχόμενο της έννοιας του Θεού είναι μία φενάκη, ένα κατασκεύασμα του συλλογικού φαντασιακού που με την συμβολή της εκάστοτε εξουσίας, θρησκευτικής είτε πολιτικής, επιβλήθηκε εις βάρος των ανθρώπων κλείνοντας τα όρια της ατελεύτητης δύναμης που ενυπάρχει σε κάθε άτομο σε ηθικά δίπολα.[16] Ο άνθρωπος όμως κυοφορεί μια βίαιη κίνηση που επιθυμεί την αυτονομία, την ελευθερία του όντος και αυτή τη δύναμη που βρίσκεται επέκεινα του εαυτού και ορίζεται πέρα από δυαδικότητες καλού και κακού, οδύνης και απόλαυσης, ο Νίτσε μας καλεί να την βρούμε στον υπεράνθρωπο. Ο «θάνατος του θεού» -κορυφαία έκφανση της σκέψης του Νίτσε- στρώνει το έδαφος για τον ερχομό του υπερανθρώπου.

  Ο νιτσεϊκός υπεράνθρωπος αποτελεί τον ενοποιητικό σύνδεσμο όλων των προαναφερθέντων στοιχείων. Σύμφωνα με τον Γερμανό φιλόσοφο, οι κοινοί άνθρωποι δεν εκπροσωπούν τίποτα άλλο παρά αποσπασματικά κομμάτια που στο άθροισμά τους θα οικοδομούσαν έναν ολοκληρωμένο άνθρωπο: «Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιπροσωπεύουν κομμάτια και αποσπάσματα ανθρώπων[…]Αυτό όμως δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνούμε καθόλου ότι το ζήτημα είναι η παραγωγή του συνθετικού ανθρώπου: ότι οι κατώτεροι άνθρωποι, η τεράστια πλειονότητα, είναι απλώς προοίμια και πρόβες, από το συνδυασμό των οποίων προκύπτει ο άνθρωπος της ολότητας, ο άνθρωπος-οδοδείκτης που δείχνει πόσο μακριά έχει προχωρήσει μέχρι τώρα η ανθρωπότητα.»[17] Ο υπεράνθρωπος, σύμφωνα με τον Ζαρατούστρα, είναι ένας ζωντανός φάρος μιας ανίκητης ζωής,  πρόθυμος να δίνεται σε κάθε δυστυχία, αφού όσο πιο βαθιά βλέπει ο άνθρωπος μέσα στη ζωή τόσο πιο βαθιά βλέπει και μέσα στον πόνο».  Η ζωή πρέπει πάση θυσία συνεχώς να ξεπερνά τον εαυτό της και σε αυτήν τη προσπάθεια καλό και κακό, πλούσιο και φτωχό, υψηλό και ευτελές, και όλα τα ονόματα των αξιών: όπλα πρέπει να είναι και βροντερά σημάδια[18] της ύπαρξης που ζει επέκεινα του εαυτού της. [19]

  Το καλό ορίζεται απ’ τον Νίτσε ως οτιδήποτε «κορυφώνει το αίσθημα της δύναμης, τη βούληση για δύναμη, την ίδια την δύναμη στον άνθρωπο»[20] ενώ το κακό προσιδιάζει σε «ό, τι προέρχεται απ’ την αδυναμία»,[21]  όλη η ύπαρξη δηλαδή διέπεται από τη «θέληση για δύναμη».[22]Αντιλαμβανόμαστε ότι ο Νίτσε μεταμορφώνει τις έννοιες του καλού και του κακού απαλλάσσοντας τες από κάθε έκφανση κοινωφελούς συμφέροντος και εναποθέτοντάς τις στην υπηρεσία της ατομικής αυτοϋπέρβασης. Το πολιτικώς ορθό, με την έννοια της συλλογικής απεύθυνσης για μια κοινωνία καλύτερη, δεν υφίσταται στην νιτσεϊκή φιλοσοφία.[23]  Το καλό που για το Χριστιανισμό συνάδει με την αγάπη για τον πλησίον στην νιτσεϊκή σκέψη ισοδυναμεί με το περιορισμένο ενδιαφέρον που δείχνουν οι άνθρωποι για τους εαυτούς τους και αφορίζεται ως ψευδολογία: «Πρέπει κανείς να μάθει να αγαπά τον εαυτό του-έτσι διδάσκω εγώ- με άγια και υγιή αγάπη: για να μπορεί να κρατιέται κοντά στον εαυτό του και να μην περιπλανιέται εδώ κι εκεί. Μια τέτοια περιπλάνηση βαφτίζει τον εαυτό της “αγάπη για τον πλησίον’’: με τη βοήθεια αυτής της λέξης ειπώθηκαν τα μεγαλύτερα ψέματα και έγιναν οι μεγαλύτερες υποκρισίες[…]Κι αληθινά το να μάθει κανείς να αγαπά τον εαυτό του δεν είναι εντολή για σήμερα και για αύριο. Αντίθετα, απ’ όλες τις τέχνες, αυτή είναι η πιο λεπτή, η πιο πανούργα, η έσχατη και η πιο υπομονετική.»[24]  Η αγάπη όμως για τον εαυτό, ο αγώνας για το αυτεξούσιο της ύπαρξής μας, ισοδυναμεί με την αγάπη για αυτοκαταδίκη. Ο Νίτσε διέπεται από μια τραγική θέαση της πραγματικότητας όπου η βίωσή της ταυτίζεται με το να ζούμε ως το τέρμα των αισθήσεων μας, διαδρομή που μας οδηγεί και αυτή επέκεινα του εαυτού. Ο Ζαρατούστρα συμβουλεύει τους συνανθρώπους του « “όποιος δεν μπορεί να ευλογεί, αυτός πρέπει να μάθει να καταριέται”»[25], όσο ο άνθρωπος δηλαδή αγαπά την ζωή του άλλο τόσο πρέπει να είναι εξοικειωμένος με την καταστροφή του.  «Καταδικασμένος στον εαυτό σου και στον λιθοβολισμό σου»[26], αυτό είναι το νιτσεϊκό αίτημα, η δημιουργία ενός ανθρώπου που η ψυχή του θα μετεωρίζεται διηνεκώς ανάμεσα στα ύψη και στα βάθη, στο ξεπεσμό και στη κορυφή ως «ένα συνεχές ανέβασμα που θα μοιάζει σε μια σκάλα και που θα το συνοδεύει η αίσθηση της ανάπαυσης στα σύννεφα».[27]

Σημειώσεις-βιβλιογραφία:

[1] Φρίντριχ Νίτσε, Έτσι μίλησε Ζαρατούστρα. Άπαντα Νίτσε τ.8,(μτφρ. Ζήσης Σαρικάς), Αθήνα, Πανοπτικόν, 2010, 18-19

[2] Ντομινίκ Γκριζονί, «Ο φιλόσοφος καλλιτέχνης», Διαβάζω 91 (μτφρ. Πέτρος Παπαδόπουλος) (Απρ.1984) 41. Ο επιτυχημένος ορισμός για τον Νίτσε ως «φιλόσοφος καλλιτέχνης» θα μπορούσε να συσχετισθεί με το θαυμασμό που εκφράζει ο Γερμανός φιλόσοφος στη Γέννηση της Τραγωδίας για το διονυσιακό πνεύμα και την ανάγκη για έναν: «μη-ηθικό καλλιτέχνη θεό[…]ενός πνεύματος, που μια μέρα θα αμυνθεί έναντι της ηθικής ερμηνείας και σπουδαιότητας της ενθάδε ύπαρξης αψηφώντας κάθε κίνδυνο. Εδώ, για πρώτη φορά ίσως, εκδηλώνεται ένα πεσιμισμός «πέρα από το καλό και το κακό» » παρατίθεται στο: F. Nietzsche, Η Γέννηση της Τραγωδίας, (μτφρ. Ζήσης Σαρίκας), Θεσ/νίκη,Βάνιας,2008, 41. Πρβλ. την ομολογία του Nietzsche  «Είμαι μαθητής του φιλοσόφου Διονύσου» που παρατίθεται στο: Φρ. Νίτσε, Ecce homo…,18.

Άλλο ένα στοιχείο που επιβεβαιώνει τη δυσκολία να καθορίσουμε τη νιτσεϊκή φιλοσοφία είναι η απαίτηση του Bataille, που υποστηρίχθηκε μέσα από μια σειρά άρθρων στη Γαλλία, για τη μη ένταξη του νιτσεϊκού έργου σε ερμηνευτικές τελεολογίες και μονοσημικά σχήματα. Πιο συγκεκριμένα ο Bataille άσκησε «επανειλημμένα κριτική στην υπαρξιστική, μαρξιστική και εθνικοσοσιαλιστική ερμηνεία των έργων του, επιχειρώντας να αποκαταστήσει[…] τη μη- αναγωγιμότητα του νιτσεϊκού στοχασμού σε θεωρητικά σχήματα που υπηρετούν αποκλειστικά κάποιον πολιτικό ή ηθικό σκοπό, ή κάποια κοινωνική χρησιμότητα.» το παράθεμα απ’ τον πρόλογο του Διονύση Καββαθά, σ. XVI που παρατίθεται στο: Georges Bataille, Για τον Νίτσε. Θέληση για τύχη (μτφρ. Χάρης Ε. Ράπτης-Νίκ. Ηλιάδης, πρόλ. Διον. Καββαθάς), Αθήνα, Ψυχογιός,2002.

[3] Πιερ Μπουντό, «Αναγνώσεις του Νίτσε», Διαβάζω 91 (μτφρ. Πέτρος Παπαδόπουλος) (Απρ.1984) 30.

[4] Φρίντριχ Νίτσε, Έτσι μίλησε…, 19.

[5] Φρ. Νίτσε, Ο Αντίχριστος…,160. Ο Νίτσε αναγνωρίζει την αξία της επιστήμης και της έρευνας ως σημαντικούς αρωγούς στη μάχη του για την αποκαθήλωση της μεταφυσικής και απατηλής ιδέας του Θεού: «η έννοια «Φύση» καθιερώθηκε ως αντίθετη του «θεού», το «φυσιολογικός» έγινε αναγκαστικά συνώνυμο του «απορριπτέος –όλος αυτός ο πλασματικός κόσμος έχει τις ρίζες του κατά του φυσιολογικού (της πραγματικότητας!), εκφράζει μια βαθιά δυσαρέσκεια ενώπιον του πραγματικού» το παράθεμα, στο ίδιο: 82. Βλ. επίσης και 78-79.

Η στενή σχέση της επιστήμης και της νιτσεϊκής φιλοσοφίας επισημαίνεται και από την Εύη Πετροπούλου, η οποία βλέπει στην ανάδειξη του νιτσεϊκού υπερανθρώπου μια προέκταση του δαρβινικού νόμου για την επικράτηση του ισχυρότερου. Βλ. αναλυτικότερα: Εύη Πετροπούλου, «Η πρόσληψη των ιδεών του Friedrich Nietzche στο έργο του Thomas Mann και του Νίκου Καζαντζάκη», Σύγκριση 10 (Νοέμβρ. 1999) 82.

[6] Φρίντριχ Νίτσε, Έτσι μίλησε…, 19. Η έντονη αντίθεση του Νίτσε απέναντι σε κάθε είδους ιδεαλισμό και ειδικά ενάντια στον Γερμανικό Ιδεαλισμό, τάραξε συθέμελα την δυτική σκέψη. Η ερμηνευτική πρόσληψη του Νίτσε από φιλόσοφους όπως ο Bataille, Derrida, o Foucault, ο Deleuze και ο Lyotard και η ανάδειξη του διονυσιακού χαρακτήρα του έργου του που ισοδυναμεί με μία κοσμοθεωρία πέρα απ’ το καλό και το κακό  συντέλεσε ώστε να αναδειχθεί «ως η κεντρική και αποτρόπαια φιγούρα με την οποία «η κριτική της νεωτερικότητας παραιτείται από τη διατήρηση του χειραφετητικού της περιεχομένου». Ο Φιλοσοφικός Λόγος της Νεωτερικότητας (Χάμπερμας, 1985) παρουσιάζει τον Νίτσε ως τον μεγάλο παραγωγό των πλανών και ως πρωταγωνιστή των τραυματικών ρήξεων που πλήττουν τον νεωτερικό μας Λόγο[…]». Βλ. τον πρόλογο του Διον. Καββαθά, σ.XVIII που παρατίθεται στο: Bataille, Για τον Νίτσε…,επίσης πρβλ. τις απόψεις του Νίτσε για τον Καντ, κεντρική φιγούρα του Γερμανικού Ιδεαλισμού: Φρ. Νίτσε, Ο Αντίχριστος…, 73-77 και 250.

[7] Georges Bataille, Για τον Νίτσε…, 47.

[8] Ζήσης Σαρίκας, Το όραμα του Υπερανθρώπου. Μια ερμηνεία του έργου του Νίτσε «Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα», Αθήνα, Πανοπτικόν, 2014, 21.

[9] Georges Bataille, Για τον Νίτσε, 66.  Πρβλ.: «Ο άνθρωπος είναι ακριβώς το πιο σκληρό ζώο. Στις τραγωδίες, τις ταυρομαχίες και τις σταυρώσεις έβρισκε μέχρι τώρα τη μεγαλύτερη χαρά του πάνω στη γη× και όταν επινόησε τη κόλαση, για κοίτα, αυτό ήταν ο παράδεισός του πάνω στη γη», το παράθεμα: Φρίντριχ Νίτσε, Έτσι μίλησε…, 320.

[10] Georges Bataille, Για τον Νίτσε, 63.

[11] Ζήσης Σαρίκας, ό.π., 22-23.

[12] Η επίδραση που άσκησε ο Ντοστογιέφσκι στον Νίτσε ήταν τεράστια. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο André Gide με αφορμή τη γαλλική μετάφραση έργων του Νίτσε, σχολιάζει: «Κανείς άλλος περισσότερο απ’ το Ντοστογιέφσκυ δε βοήθησε το Νίτσε.» βλ. τον πρόλογο του Gide σ.13, που παρατίθεται στο, Φρ. Νίτσε, Ecce homo…,. Ο Girard αναφέρει τον Νίτσε και τον Ντοστογιέφσκι ως τους μοναδικούς που κατανόησαν και αποτύπωσαν ότι ο υπεράνθρωπος συνάδει με το τον θρίαμβο του υποκειμένου, βλ.: Ρενέ Ζιράρ, Κριτικές από το υπόγειο, (μτφρ. Νίκος Ζαρταμόπουλος), Αθήνα, Εστία, 2003, 143. Βλ. επίσης, σ.142, 309.Ο ίδιος ο Νίτσε σε κείμενα της περιόδου 1887-1888 αναγνωρίζει τον Ντοστογιέφσκι ως τον μόνο «που έχει ζήσει σ’ έναν κόσμο όπου είναι δυνατός ο Χριστιανισμός, όπου μπορεί κάθε στιγμή να γεννηθεί ένας Χριστός… Δεν είναι παρά ο Ντοστογιέφσκι. Αυτός μ ά ν τ ε ψ ε το Χριστό[…]». Βλ. το παράρτημα 7α που  παρατίθεται στο: Φρ. Νίτσε, Ο Αντίχριστος…,230. Προς επίρρωση των λεγομένων του Νίτσε και του Gide, μπορούμε εδώ να διακινδυνέψουμε μία παραλληλία. Στους Δαιμονισμένους ο Σάτοβ απευθύνεται στον Σταυρόγκιν με τα εξής λόγια: «βεβαιώνατε πως η Ρώμη ανακήρυξε έναν Χριστό που υπέκυψε στον τρίτο πειρασμό του σατανά, κι ακόμα πως η Ρώμη, με το να διακηρύξει σ’ όλο τον κόσμο πως ο Χριστός δεν μπορεί να βασιλέψει χωρίς την επίγεια βασιλεία, ήταν το ίδιο σαν ν’ ανακήρυξε ο καθολικισμός τον αντίχριστο, κι αυτό ήταν που κατέστρεψε τη Δύση» και « Ο σκοπός κάθε λαϊκής πορείας, για τον κάθε λαό και σε κάθε περίοδο της ύπαρξης του, δεν είναι άλλος απ’ την αναζήτηση του Θεού, του δικού του Θεού, του Θεού που πρέπει το δίχως άλλο να’ ναι ο απόλυτος δικό του×»(τα πλαγιάσματα δικά μου), τα παραθέματα: Φιόντορ Ντοστογιέβσκη, Οι Δαιμονισμένοι, (μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου), Αθήνα, Γκοβόστης,2014, 254 και 256-257.

[13] Φρ. Νίτσε, Ο Αντίχριστος…,83-84

[14] Πιερ Μπουντό, ό.π., 33.

[15] Ζήσης Σαρίκας, ό.π., 120. (η έμφαση δική μου)

[16] Αιχμηρότατες οι φράσεις του Ζαρατούστρα για το κράτος και την εκκλησία: « “Εκκλησία; απάντησα εγώ, είναι ένα είδος κράτους, και μάλιστα το πιο ψευδολόγο[…] Ένα υποκριτικό σκυλί σαν εσένα είναι το κράτος σαν εσένα, του αρέσει να μιλά με καπνούς και ουρλιάσματα[…] Γιατί το κράτος θέλει πάση θυσία να είναι το σπουδαιότερο ζώο πάνω στη γη× και το πιστεύουν.’’» το παράθεμα: Φρίντριχ Νίτσε, Έτσι μίλησε…, 197.

[17] Georges Bataille, Για τον Νίτσε, 33.

[18] Ό.π.

[19] Ό.π.

[20] Φρίντριχ Νίτσε, Έτσι μίλησε…, ό.π., 149.

[21] Φρ. Νίτσε, Ο Αντίχριστος…,55.

[22] Ζήσης Σαρίκας, ό.π., 120.

[23] Φρ. Νίτσε, Ecce homo…,18.

[24] Φρίντριχ Νίτσε, Έτσι μίλησε…, 284-285.

[25] Φρίντριχ Νίτσε, Έτσι μίλησε…, 244.

[26] Ό.π., 231.

[27] Georges Bataille, Για τον Νίτσε, 147.

Ν.Σ.

Author

Οι φίλοι μου σαλιγκραφείς συχνά μου λένε ότι μοιάζω με γυναίκα· θα 'λεγα ότι βρίσκω ένα κάποιο ενδιαφέρον σε αυτή την αοριστία. Ο σκύλος μου απ' την άλλη, με κοροϊδεύει ότι είμαι αδέξιος και ενίοτε κοινωνικά απροσάρμοστος. Ίσως, γι' αυτό και όταν μιλάω κουνάω γρήγορα τα χέρια μου χτυπώντας καταλάθος τους διπλανούς μου. Η ευθύνη μου ως σαλιγκραφέας συνοψίζεται στο να λέω ψέμματα και να βάζω άνω τελείες· η άνω τελεία συμπυκνώνει την ποιητική μου θεωρία. Απ' την άλλη μισώ τα greeklish και τα μηχανάκια, ιδίως δε, όταν αυτά με προσπερνάνε από δεξιά. Η λογοτεχνία του 19ου αιώνα είναι η αγαπημένη μου.-

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *