Αχιλλέας ΙΙΙ Δεσμοφύλακας

Αχιλλέας ΙΙΙ Δεσμοφύλακας

Η ευφυΐα και η έμπνευση του συγγραφέα μπορεί να διασώσει το λογοτεχνικό κείμενο από τη θεματική επικαιρότητά του και να δημιουργήσει μια αφήγηση αποστασιοποιημένη από την παροδικότητα της καθημερινότητας.

Έτσι αντιλαμβάνομαι το νέο βιβλίο του Αχιλλέα ΙΙΙ Δεσμοφύλακας το οποίο περιλαμβάνει 61 ιστορίες, όπου η πρωτοτυπία τους, άρα και το αναγνωστικό τουςενδιαφέρον, έλκει την καταγωγή του από την ανατρεπτικότητα του αφηγηματικού υλικού, τη λογοτεχνική αποτύπωση μιας παράδοξης καθημερινότητας, στην οποία η ανθρώπινη συμβίωση και οι συνέπειές της αναδεικνύουν την απαραίτητη ανοικειότητα της λογοτεχνικής έκφρασης, ώστε να καταστήσουν την ανάγνωση ένα νοητικό παιγνίδι όπου οι συμβάσεις της καθημερινότητας να ανατρέπονται από την ελευθερία της αφήγησης, η οποία είναι υποχρεωμένη, αν και δεν συμβαίνει συχνά, να  οδηγεί σ’έναν κόσμο που η οικειότητα είναι λέξη απαγορευμένη, όχι για λόγους εντυπωσιασμού και παιγνιώδους διάθεσης(τι πολυχρησιμοποιημένη λέξη!) –αυτό μπορεί να το κάνουν πολλοί–, αλλά ως κέντρο της μυθοπλασίας, ώστε η παράτολμη επιλογή να «πειράξει» τον τακτοποιημένο ρεαλισμό της σκέψης, διευρύνοντάς την εκτός ορίων και άνευ όρων, με αποτέλεσμα την παραδοχή ότι η ύπαρξή μας δεν είναι απαραίτητο να περιορίζεται στο συλλογικό βηματισμό μιας τακτοποιημένης και υποταγμένης ζωής που κυριαρχικός σκοπός της είναι η αλήθεια του ορατού και της εμπειρίας.

Δηλαδή; Δηλαδή στο βιβλίο του Αχιλλέα ΙΙΙ οι κοινωνικοί δεσμοί της οικογένειας, του γάμου,ξεφεύγουν από το περιορισμένο, ασφυκτικό πλαίσιό τους, εκπλήσσοντάς μας (ευτυχώς) με την ευρηματικότητα της γραφής όπου το αφηγηματικό μέρος είναι το προκάλυμμα –απαραίτητο στη λογοτεχνική γραφή για την προσέλκυση αναγνωστών– για να δοθεί η ευκαιρία στον συγγραφέα να ασκήσει κριτική, μ’ έναν απολαυστικό τρόπο, στις οικογενειακές δυσλειτουργίες(«Οικογενειακό γεύμα»),στην έλλειψη επικοινωνίας(«Η αβάσταχτη δυσκοιλιότητα του Είναι»), στο δέσιμο των μελών της οικογένειας(«Δεσμοί ψέματος»), στην προσδοκία και τηνυπερπροστατευτικότητα των γονιών («Φωτοστεφανιογραφία» και «Μανασφάλειες»), στην παιδαγωγική ανασφάλεια των προτύπων («Το χέρι που κρατά τον καθρέφτη»), στην παθολογική υστερία («Σαν μοναχοκόρη οφθαλμού»), οδηγώντας στη συγγραφική απιθανότητα ερώτων, εγκλημάτων, χωρισμών, ενοχών, υπερβολών, σκληρότητας, μίσους, καταπιεστικής συμπεριφοράς του αρσενικού, υποκρισίας, με οδηγό ιστορίες αγάπης(«Ουρά-νια ευτυχία»), γάμων(«Καρεκλόβερ»), συμβιβασμών και εκδίκησης («Το χαμόγελο της Λυδίας»), δυσκολίες ερωτικών προσεγγίσεων(«Ανθηριωδίες»), ναρκισσισμού της αυτοεικόνας(«Ποζογράφημα σε δύο μέρη»), ανορθόδοξων εισβολών ζώων(«Ο αστεϊσμός της Μεγάλης Άρκτου»), καταπίεσης και ευνουχισμού(«Χαμαλόβερ»), παθολογικής αγάπης(«Αγαπύρ και μανία»), παράδοξους αρραβώνες(«Το λαχάνιασμα του έρωτα»), ψυχοπαθολογικές καταστάσεις παιδιών(«Αυτοκυνισμός»), εκκεντρικότητες(«Τρίο, καιρός για κρύο»), σύντομες ερωτικές ζωές(«Η βραδεία εξαφάνιση της Βίλμα φον Ταν»), τακτικές του έρωτα, ερωτοχτυπήματα(«Οι τοιχερές»), ανύπαρκτες στην κυριολεξία καρδιές(«Χτυποκάρδειασμα»), πνευματικές αποδράσεις(«Αναισθησιασμός»), εξαφανίσεις και προδοσίες(«Ο Εγωλγοθάς της Αουρέλια»), αντρικούς εγωισμούς(«Η σιωπή είναι πυρσός»), της γέννησης ανθρώπινων αυγών(«Τα αυγά της Υακίνθης»), για να καταλήξουμε κάπου. Ούφ!

Ο πυρήνας της μυθοπλαστικής προτεραιότητας των ιστοριών του Αχιλλέα ΙΙΙ είναι ένα εξαιρετικό δείγμα για τον τρόπο με τον οποίο ένας προικισμένος συγγραφέας μπορεί να φτάσει σε μια πολιτική στάση γραφής, διευρύνοντας την αφηγηματική τακτική, διασκεδάζοντας με τις απεγνωσμένες προσπάθειες άλλων συγγραφέων να αποτυπώσουν και να εκφράσουν τη μονομερή καταγραφή των κοινωνικών δεσμών και την ανάδειξη των ιδεολογικών μηχανισμών τους  με ρεαλιστικούς αφηγηματικούς τρόπους, προτείνοντας ο ίδιος ευφυώς ότι υπάρχουν κι άλλοι τρόποι υπονόμευσης των συμβάσεων της συλλογικής ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Οι αφηγηματικές αποφάσεις κρίνονται από την επικινδυνότητά τους, ακροβατούν  στην αιχμή των νοηματικών εκδοχών της πραγματικότητας, που, διαμορφωμένη από την αυστηρότητα και την υπεροψία της λογικής, κινδυνεύουν να θεωρηθούν ως μια ανώφελη ψυχαγωγική διαδικασία, με χιουμοριστικό και  παράδοξο περιεχόμενο, στερώντας τη θεματολογία από το ανατρεπτικό και βέβηλο περιεχόμενό της.

Όποιος δεν αμφιβάλλει για τις αναγνωστικές του προτιμήσεις, νιώθει ασφαλής με τις βιβλιοφιλικές επιλογές του, δεν εμπιστεύεται τις ακροβασίες του λόγου, ας μην προσέλθει στην απελευθερωτική μυσταγωγία της γραφής του Αχιλλέα ΙΙΙ.

Σπύρος Παύλου

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *