Γράμμα στον Πατέρα

Γράμμα στον Πατέρα

Και να ερχόσουν για λίγο

για ένα ποτήρι κρασί μόνο

να συζητήσουμε λίγο μωρέ

να έβαζες την παλάμη σου, μες στη δική μου

να χάζευα το χέρι σου όπως πάντα

χέρι εργάτη.

Να σου πω για τις ήττες που με βρήκαν

για το πόσο πάλεψα πριν πέσω

για το πώς έσκαψα τον πάτο του βαρελιού

και κουλούριασα στις ρωγμές του.

Για το πώς σε έβλεπα μέσα σε αμάξια να οδηγείς

να ανεβαίνεις σκάλες

και να περπατάς με το δεξί χέρι στην τσέπη.

Κοίταζα κάτω από το μπαλκόνι και με περίμενες

έλεγα όλο να έρθω να σε βρω και μάλλον βούρκωνες

έχανα μπαμπά και μαζεύτηκα σαν σκύλο που τον δέρνουν

κρύφτηκα μέσα στα βιβλία, πίσω από χαμόγελα, δίπλα σε ανθρώπους που δεν άντεχαν το βάρος του ουρανού όταν συννεφιάζει.

Τα ζύγισα όλα λάθος ή έπεσα τόσο έξω

ή μου δώσαν πειραγμένη ζυγαριά.

Ανασυντάχθηκα, έγλειψα με όξινη γλώσσα τις πληγές μου και έβαλα φωτιά στα χωράφια μου.

Τίποτα από εσένα δεν άφησα να φύγει μαζί σου

σου άφησα μόνο το κορμί να πάρεις μακριά.

Όλα τα άλλα, τα έραψα παλτό

και τα φοράω μέσα στο κατακαλόκαιρο.

Άλλαξα μπαμπά, αν μου μιλήσεις δεν θα με αναγνωρίσεις.

Με φίλησε η θλίψη βαθιά.

Η γλώσσα της μου έγδαρε τον λάρυγγα.

Μου ρούφηξε την πίστη.

Αυτό με θλίβει πιο πολύ.

Τους αγαπάω τους ανθρώπους και είμαι ευγενικός μαζί τους (γιος του πατέρα)

αλλά τους φοβάμαι, δεν τους εμπιστεύομαι.

Στη χειραψία τους πονώ

προσπαθώ να διαβάσω τις αμαρτίες τους

τι μου ετοιμάζουν

πού είναι στημένες οι παγίδες τους

και σφίγγω το κορμί μου για την ώρα που θα καρφωθεί το μαχαίρι τους στα οστά μου.

Παρόλα ταύτα, κάτι κατάφερα.

Έλα να δεις

δεν είναι πολλά, μα κι αυτά λείπουν από κάποιους

αυτό τα κάνει πολύτιμα

έχω και ερωτήσεις, πολλές ερωτήσεις οι οποίες δολοφονούν τις παλιές μου απαντήσεις.

Έχει γκριζάρει ο τόπος

βαδίζω σε έναν γκρίζο δρόμο

πέρασε η λευκότητα της νιότης και αργεί το σκοτείνιασμα της παρακμής.

Είναι η εποχή των άχρωμων ετών.

Είναι και μια γυναίκα, το ξέρεις πως πάντα ήταν μια γυναίκα

η σύντροφος, η συνεργάτις, αυτή που θα της μιλούσες στον πληθυντικό.

Σηκώνομαι

μπαμπά λάμπω, μέσα στα δικά μου σκοτάδια.

Σηκώνομαι και λάμπω.

 

Δ. Α. Μήλιος

 

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *