Η σακούλα και το μπεντένι

Εγώ κάθομαι στο χάος των εννιά τετραγωνικών μου και δεν λέω να πάρω απόφαση να συμμαζέψω μυαλό, δωμάτιο και πράγματα. Χωρίζω τα σκουπίδια μου σε ανακυκλώσιμα, οργανικά και γυάλινα. Κάθομαι στο ελάχιστο ελεύθερο πάτωμα και χωρίζω τα υπάρχοντά μου και τα σκουπίδια σε μπλε επαναχρησιμοποιούμενες σακούλες του ΙΚΕΑ, που αγόρασα και ξανα-αγόρασα σε κάθε μετακόμιση. Μέσα σε μία τέτοια έχω τα άπλυτά μου. Μέσα σε μία τέτοια έχω τα ρούχα που έβγαλα προχθές από το στεγνωτήριο και μέσα σε μία τέτοια μεταφέρω κατσαρόλες, πιάτα, σαπούνια και σκουπίδια για την κοινή κουζίνα. Μέσα στο δωμάτιό μου έχω δεκάδες μπλε και κίτρινες σακούλες διαφόρων μεγεθών για τα πράγματα που θα μεταφέρω και θα ξαναμεταφέρω, που θα μετακομίσω ή θα χαρίσω. Μέσα σε αυτές τις τεράστιες μπλε σακούλες έχω τυλίξει την ζωή μου και την μετακινώ από όροφο σε όροφο και από γειτονιά σε γειτονιά. Τις μαζεύω μέχρι να τυλίξω μέσα σε αυτές όλο το δωμάτιο και όλη μου τη ζωή. Μέχρι να μην βλέπω πια τίποτ’ άλλο πέρα από το μπλε ρουά με την κίτρινη επιγραφή.

Εσύ κάθεσαι πολύ μακριά, όπως μου είπες, σε ένα ψηλό μπεντένι. Κάθεσαι κάτω από τον ήλιο και το σούρουπο και κοιτάς τον κόσμο αδιάκριτα στα μάτια, όπως όταν ήσουν μικρή. Ξέρεις πως δεν είσαι πια μικρή και πως δεν μπορείς να κοιτάς τους ανθρώπους στα μάτια ― μα δεν σε νοιάζει. Κάθεσαι κάτω από τον χειμερινό ήλιο και περιμένεις την άνοιξη. Μπορεί να μην είσαι πια παιδί, αλλά ακόμα ανησυχείς μήπως σε γελάσει και δεν έρθει. Παρατηρείς όλους τους βιαστικούς ή τους ράθυμους και αναθεωρείς σχέσεις, ανθρώπους, έννοιες, συμβάσεις και συμβιβασμούς. Κάθεσαι και στα χέρια σου κρατάς την τράπουλα και παίζεις με τα χαρτιά. Την ανακατεύεις. Ξέρεις πως στο χέρι σου είναι να την βάλεις σε σειρά και δεν ταράζεσαι.

Κάθεσαι και παρατηρείς όλα αυτά τα μικρά ανθρωπάκια με τις πελώριες μπλε ρουά τσάντες, που έρχονται να μου τις δώσουν για να κάνω όλη μου τη ζωή ένα πακέτο και να γυρίσω, να έρθω να σε βρω και να κάτσω δίπλα σου. Να γύρω στον ώμο σου, η Φρανσουάζ Αρντί να τραγουδάει «C’est letemps de l’amour /Le temps des copains /Et de l’aventure/Quand le temps va et vient/On ne pense à rien/ Malgré ses blessures». Καμιά μας δεν είναι πια παιδί ― έτσι μας είπαν. Μα θέλουμε τόσο πολύ να κάτσουμε σε αυτό το μπεντένι μέχρι να έρθει η άνοιξη. Να μην κάνουμε τίποτα άλλο από το να κοιτάμε αδιάκριτα τους περαστικούς και να μαντεύουμε τι θα φοράει ο επόμενος που θα περάσει. Να αφήσουμε τα λουλούδια να ανθίσουν στα κλωνάρια πάνω απ’ τα κεφάλια μας και χωρίς να ’χουμε τίποτα να περιμένουμε να κλείσουμε τα μάτια περιφρονώντας την εξουσία του ήλιου. Και τότε που πια θα το πάρουμε απόφαση πως άλλαξε η εποχή, εγώ θα κλαψουρίσω μπας και με μάθεις κι εμένα να μην φοβάμαι να βάλω την τράπουλα σε σειρά και εγώ να σε πείσω πως και του χρόνου θα έρθει η άνοιξη.

Ελλίντα

29.01.2024

ΑΛΛΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Pietà

  Στη Ν. Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι...

Η Καθημερινή

Συνταξιούχος δικηγόρος μετρίου αναστήματος, ετών περίπου 75 —μπορεί και 80—, κατεβαίνει...

Genocide

Τα μάτια του κόσμου στη Ράφα στραμμένα, παράλυτα στέκουν ενάντια...

Νάρκες

Τα φώτα έχουν χαμηλώσει. Επιστρέφονται, σιγά σιγά, τα δανεισμένα...