Τα μάτια στον καθρέφτη μου

Τι με κοιτάς κι εσύ;

Κι εγώ το ίδιο αναρωτιέμαι, γιατί αυτή η κυρία στη φωτογραφία και πώς κατάφερε ο φωτογράφος να απαθανατίσει τη στιγμή; Ήταν στιγμή και βλέμματα τυχαία, ή τέτοια που χτίστηκαν από μακριά ανάμεσά τους και κορυφώθηκαν σε αυτό το ενσταντανέ; Κι άραγε δέχτηκε η κυρία τη δημοσίευση της;

Εγώ θα εκνευριζόμουν, πάντως, αν κάποιος άγνωστος μ’ έβγαζε φωτογραφία καταμεσής του δρόμου δίχως να με ρωτήσει, πόσο μάλλον να με εκθέσει στο πανελλήνιο. Βέβαια, εγώ κυκλοφορώ ξεμαλλιασμένη και ξενυχτισμένη, σχεδόν σαν ηττημένη, με ό,τι ξέρασε η ντουλάπα μου από ρούχα καθαρά εκείνο το πρωί ― πάνε ή δεν πάνε, ό,τι είναι τώρα, πάλι καλά που βρήκα ένα βρακί να βάλω, τούτη ‘δω τουλάχιστον είναι περιποιημένη και αρμονική. Από την άλλη, η δική μου εικόνα σίγουρα δεν είναι κάτι για το οποίο θα ’μουνα περήφανη, για του λόγου το αληθές, απ’ τον περασμένο χρόνο βρήκα όλες κι όλες τρεις φωτογραφίες όπου βλέπω τα ίδια κουρασμένα μάτια, το ίδιο κακοστημένο σώμα απλά σε άλλο φόντο.

Τι να μου πεις κι εσύ;

Θα πουν οι boomers· σωστά, δεν είναι βάσανα τα δικά μου, υπάρχουν άλλοι… Κράτα τότε το χτύπημα στην πλάτη για εκείνους, μη το χαραμίσουμε. Κάπως κατάφερα και κουβαλήθηκα μέχρι εδώ, δεν είναι κι άσχημα, ε;

Ωραίο αυτό κόκκινο με το γαλάζιο, δεν είναι ισορροπημένο; Γαλάζιο, το χρώμα τ’ ουρανού και το δικό σου, γαλάζιο της ηρεμίας και του νερού που χωράει παντού. Ήρθες και χώρεσες. Κόκκινο το δικό μου, της φωτιάς, του πάθους, κόκκινο της ενέργειας. Τι θα ήμασταν χωρίς τη φλόγα; Και τι θα ήμασταν χωρίς την γαλήνη; Το έχει πιάσει το νόημα η κυρία, αν βγάζαμε το περιτύλιγμα ίσως να ήμασταν κι εμείς μαύροι σαν το πουλόβερ της.

Και τι σημασία έχει στην τελική η εξωτερική εμφάνιση όταν αυτό που μένει στους ανθρώπους είναι το πώς τους κάναμε να νιώσουν; Είναι ένα ενθύμιο και έναυσμα για να ανακατευτούν τα συναισθήματα κι οι αποχρώσεις τους· τώρα όταν ξαναδείς κόκκινο παλτό, θα σου λείψει το γαλάζιο το κασκόλ, το κόκκινο θα φαίνεται μισό. Κι ας μην είναι, εσύ έτσι τα έχεις συνδυάσει στο μυαλό σου, θα ψάχνεις και θα ψάχνεις το γαλάζιο, ο άλλος θα έχει πράσινο και θα του λες «δε θέλω, είναι πολύ ασφαλές αυτό για μένα». Αλλά είναι το βλαμμένο μας μυαλό που λειτουργεί μ ́ αυτούς τους συνειρμούς και θέλει τα γνώριμα μοτίβα, ειδάλλως τρελαίνεται, βραχυκυκλώνει.

Μα δεν μπορώ να σε κάνω να νιώσεις κάτι αν δεν έχεις ήδη καθρεφτιστεί επάνω μου.

Αν σε βρίσω, αν σε τσαντίσω, αν σε αγγίξω, αν σε αγαπήσω θα είναι μόνο γιατί μ’ άφησες εσύ. Αν αφήσω την κυρία να με αγγίξει θα έλεγα ότι νιώθω αδιαφορία και κούραση και σνομπισμό, μια ανάγκη να ξεχωρίσει στον γκρίζο της περίγυρο. Έχει και θάρρος και τσαχπινιά και τσαγανό, αλλά κανένα ίχνος αδιόρατης χαράς -Γιατί έτσι; -Δεν έχει λόγο! Είναι τα φίσκα πεζοδρόμια από κόσμο και η πολύκροτη ζωή της πόλης που δύσκολα μου αφήνει ένα τετραγωνικό να αναπνεύσω, να ηρεμήσω. Ήταν στ’ αλήθεια αυτό που ήθελα; Να τρέχω για να φτάσω, να ουρλιάξω για να αδειάσω, να πνιγώ για να πετάξω;

Ήθελα κάποιος να με ξεχωρίσει μες το πλήθος. Φόραγα το γκρίζο μου παλτό κουμπωμένο ως το λαιμό και περίμενα καρτερικά, αλλά με μια πικρία, κάποιος να με ανακαλύψει. Και δε βρέθηκε κάποιος να μου πει «Ρε παιδί μου, το γκρι δεν ξεχωρίζει μες το μαύρο το κοπάδι!». Μπορεί και να μη το άκουγα τώρα που το σκέφτομαι. Είχα εμμονή με αυτό το γκρι που ταιριάζει δίπλα σ’ όλα σχεδόν τα χρώματα, μην αποκλείσω κατά λάθος και κανένα, κι έτσι -θαρρούσα πως- έπιανα όλη τη χρωματική παλέτα, αυτό το γκρι δεν θα ήταν ποτέ μόνο του. Αλλά δεν είναι ευχαριστημένο και με τίποτα, γιατί το γκρι είναι γκρι, κρατάει αποστάσεις, κάποια χρώματα δεν θέλει και εν τέλει απωθεί τα ζωηρά.

Η μόνη παρηγοριά είναι ότι είναι κι άλλοι σ’ αυτά τα σκατά και πριν και τώρα και μετά.

Η μόνη παρηγοριά είναι ότι κάπου κάπου σκάμε ο ένας πάνω στον άλλο σαν κύματα και δεν είμαστε πια τα ίδια ποτάμια. Κάποτε σκάει η φούσκα μας καθώς γκελάρει πάνω στους άλλους και ξεχύνονται από μέσα κι άλλα χρώματα και φούξια και λιλά και πορτοκαλί και λαχανί και κάπως μεταξύ τους συνταιριάζουνε όπως συνταίριαξαν μ’ εσένα τότε. Κι είναι μαγεία τα ίδια χρώματα σε άλλες παραλλαγές κάτω από το φως, το ίδιο ύφασμα σε δυο ψυχές. Ελπίζω ο νους μου να μη φτιάχνει πάλι επώδυνα μιράζ, ελπίζω πια να το ‘χω μάθει και να βλέπω πέρα από αυτά.

Τι είναι αυτό που θέλεις, κυρά μου τελικά, θες να ξεχωρίζεις ή όχι, να σε αγγίζουν ή όχι;

Τα θέλω όλα και τα θέλω τώρα και δε θέλω να πάρω καμιά απόφαση ή ευθύνη γι’ αυτό. Μπορώ να είμαι κι έτσι κι αλλιώς κι αλλιώτικα και να φοράω σήμερα τη μια ταμπέλα, αύριο την άλλη και να ισχύουν όλες και καμία μέχρι να πάρει η ταμπέλα μου την απόφαση για ́μένα. Θέλω να τα ελέγξω, αλλά δεν θέλω κιόλας, αλλά κοίτα και τι έξυπνη που είμαι και εν τέλει και εν ολίγοις κανένα νόημα δεν έχει γιατί είμαστε όλοι ελέγξιμοι χαρακτήρες σε μη ελέγξιμα σημεία.

Κάνεις κύκλους και κάνω κύκλους μέχρι ο εξωσκελετός μου να έρθει μέσα και να μπορέσω να πατήσω στα πόδια του αυτοπροσδιορισμού μου, μέχρι το δέρμα μου να είναι δικό μου, μέχρι οι δικές μου αποφάσεις να με βγάλουν απ’ το τέλμα που είναι τόσο ασφαλές, μα τόσο ακριβό συνάμα. Και θα ’ρθει μέρα που θα κοιταχτώ μέσα από τα μάτια του καθρέφτη μου και θα πω «κοίτα να δεις, άξιζε τελικά να θέλω, να διαλέγω και να προχωράω, άξιζα τελικά όλα τα χρώματα του κόσμου».

Ζηλεύω την κυρία της φωτογραφίας γιατί, χωρίς να το ξέρει, έγινε μια μέρα αμέριμνη έμπνευση για να γράφουμε τα δικά μας. Άραγε, το περίμενε ποτέ;

*Αναστασία Φ.

ΑΛΛΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Χόμπι

Όταν ο θείος μου κόντευε τα 80 ξεκίνησε κάπου...

Μερικές εξηγήσεις για τις αργοπορίες στα σινεμά

Την πρώτη φορά έτρεξα για να προλάβω την ταινία·...

Παραμύθια για ενήλικες

Άσκηση στο σκοτάδι Ι Τώρα ξαναφοβάμαι το σκοτάδι μια χαραμάδα άφησε...

Pietà

  Στη Ν. Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι...