Φεγγαράκι μου λαμπρό, όσο  ζει κανείς μαθαίνει

Φεγγαράκι μου λαμπρό, όσο ζει κανείς μαθαίνει

Χαρούμενος μα και θλιμμένος

άτρωτος και πληγωμένος

αυθόρμητος και πιεσμένος

ελεύθερος μα και φυλακισμένος.

Έτσι ξεκίνησα αλλού κατέληξα,  πισωγύρισμα δεν ήβρηκα,  ποθές δεν ισορρόπησα…

Πως να ισορροπήσω και που; Δεν ήθελα απαραίτητα μα συνήθισα.

Κάτι σαν μυϊκή μνήμη βλέπεις… το κάνεις, το ξανακάνεις, ξανά, ξανά

ξανά, ξανά και ξανά και ξαφνικά σου βγαίνει μηχανικά και αυθόρμητα!

Ένα επιτυχημένο σουτ από τη βολή, μια παρτιτούρα στο πιάνο, μια χορογραφία,

ένα τραγούδι, μία εφαρμογή ενός ορισμού ή ενός θεωρήματος, όλα!

Όλα επανάλαβε τα ένα εκατομμύριο φορές και μετά είναι κομμάτι του

αυτοματισμού σου. Δεν χρειάζεται καν να σκεφτείς το επόμενο βήμα,

τον επόμενο στίχο, το επόμενο πλήκτρο ή σφαιρικά όλη την κατάσταση…

Ξέρεις… έχεις βρεθεί εκεί χιλιάδες φορές και τώρα πια ξέρεις…

Αυτόματα, αυθόρμητα μαθημένα μετά από τόσο κόπο, είσαι μόνος σου

στη βολή και μετά από τόσες επαναλήψεις, ένα λάθος μπορεί να οφείλεται

μόνο σε προσωρινή δυσλειτουργία της τηλεόρασης, της θρησκείας, του σχολείου,

της καταπιεσμένης μάνας σου που σε χτύπαγε, του πατέρα σου που δε σου

μίλησε ποτέ, των καταπιεσμένων παιδιών που συναναστρεφόσουν στα σχολειά,

ξύλο, βία σωματική, ψυχικός βιασμός, εγκεφαλικό καλούπωμα, εεεεε χάθηκα!

τι έλεγα;  Α ναι! μπορεί να οφείλεται σε μία προσωρινή δυσλειτουργία του εγκεφάλου

σου… πως γίνεται να χάσεις βολή αφού τόσα χρόνια επανειλημμένα βαρούσες

κάθε μέρα καταθλίψεις στο δωμάτιο σου και ήταν φυσιολογικό να κλαις…

μικρό παιδί και ευαίσθητο… ΣΚΑΣΕ! Σκότωσε το, δεν πονάς, χτίσε άμυνες, το έκανες;

ΞΑΝΑ! Τι; πάλι κλαις; ΞΑΝΑ! ΞΑΝΑ! ΞΑΝΑ! Όλα καλά; έμαθες να μην πονάς; Άλλο

τώρα! Σχολείο, πανεπιστήμιο, δουλειά, γυναίκα, γάμος, οικογένεια. Τι μαθαίνεις

τόσα χρόνια ρε μαλάκα; Τελείωνε, μάθε το στα παιδιά σου. δεν καταλαβαίνουν;

ξανά, ξανά, ξανά, ΞΑΑΑΑΑΑΝΑΑΑΑΑΑΑ ΡΕ ΒΛΑΚΑΑΑΑΑΑΑΑ! Τι στο διάολο θες;

να σου βγει κάνα κοπέλι ελεύθερο να το κλείσουν στο τρελάδικο; ΞΑΝΑ ΣΟΥ ΛΕΩ…

 

μάτια δεμένα

 

Author

Το "Φωκάς" του 'μεινε απ' το σχολείο. Παρ' όλα αυτά έχει γίνει τόσο δικό του, ώστε σπανίως γυρίζει το κεφάλι όταν κάποιος θα τον αποκαλέσει με το βαφτιστικό του. Είναι ένας τραγουδοποιός που είναι κοινωνικός λειτουργός, που παίζει κιθάρα, αλλά που θα 'θελε να παίζει τσέλο φορώντας κάτι ανάλαφρο, όπως για παράδειγμα σανδάλια και αμάνικες φαρδιές φανέλες μες στον Χειμώνα. Όταν κανείς δεν κοιτάει ή όταν κοιτάνε όλοι, είναι ποιητής. Κάνει παρέα με σαλιγκάρια και σκυλι(ε)ά, αλλά θα 'θελε να χει μια γάτα. Αρέσκεται στο να απαγγέλλει ποιήματα μιμούμενος τη φωνή του Εμπειρίκου και του Χριστιανόπουλου, εναλλάξ. Θα τον πετύχετε να τριγυρνάει στο Παγκράτι κρατώντας μία ναυλότσαντα Σκλαβενίτη μ' όλα του τα υπάρχοντα, σφυρίζοντας κάποιον οικείο σας σκοπό. Μην φωνάξετε "Γιώργο!", δεν θα γυρίσει...