Ήλιος Κόκκινος

Ήλιος Κόκκινος

 

Να μένει η πεθυμιά σου συμπαγής

σαν σίδερο πυρακτωμένο

σαν ήλιος κόκκινος

Να είσαι ο λυτρωτής σου

 

Και ν’αγαπάς το όλον

μήτε τις παραστάσεις του, μήτε και τις σκιές του

 

Στ’ ολάνθιστο μετόχι της ψυχής σου

να θρέφεις άδολα τα άγριά σου χόρτα

να ξεδιαλύνεις τα δυνατά απ’ τ’ άρρωστα

 

Μα να ποτίζεις κάθε πόρο

μ’ υπομονή και θέληση

γιατί απ’ τ’ ασθενικό και το υγιές

γεννάται η αντίθεση

η μόνη αρμονία

 

Και έτσι αδιάτρητος σαν βράχος

άυλος σαν τη θάλασσα

πορεύεσαι σ’ ένα άγνωστο γνωστό

σε μια μοίρα αόματη

η οποία από ανάγκη

μα πιότερο από σοφία

θωρεί μόνον εντός σου

 

Το αδιέξοδο να ορίζεις προορισμό σου

μονάχα αυτό θα σ’ οδηγεί αέναα σε δρόμου άλλους

σε μονοπάτια άβατα

σε κάθε νέα σου λάμψη

 

Φωκάς .

*Ο πίνακας είναι του William Blake, Dieu architecte, 1794.

Author

Το "Φωκάς" του 'μεινε απ' το σχολείο. Παρ' όλα αυτά έχει γίνει τόσο δικό του, ώστε σπανίως γυρίζει το κεφάλι όταν κάποιος θα τον αποκαλέσει με το βαφτιστικό του. Είναι ένας τραγουδοποιός που είναι κοινωνικός λειτουργός, που παίζει κιθάρα, αλλά που θα 'θελε να παίζει τσέλο φορώντας κάτι ανάλαφρο, όπως για παράδειγμα σανδάλια και αμάνικες φαρδιές φανέλες μες στον Χειμώνα. Όταν κανείς δεν κοιτάει ή όταν κοιτάνε όλοι, είναι ποιητής. Κάνει παρέα με σαλιγκάρια και σκυλι(ε)ά, αλλά θα 'θελε να χει μια γάτα. Αρέσκεται στο να απαγγέλλει ποιήματα μιμούμενος τη φωνή του Εμπειρίκου και του Χριστιανόπουλου, εναλλάξ. Θα τον πετύχετε να τριγυρνάει στο Παγκράτι κρατώντας μία ναυλότσαντα Σκλαβενίτη μ' όλα του τα υπάρχοντα, σφυρίζοντας κάποιον οικείο σας σκοπό. Μην φωνάξετε "Γιώργο!", δεν θα γυρίσει...