Στη ζούγκλα των ανθρώπων

Στη ζούγκλα των ανθρώπων

 

Μεγάλωσα στη ζούγκλα των ανθρώπων

γεύτηκα την ομορφιά των άγριων τόπων

άνθισα σαν λουλούδι ένα πρωί

μα ο καρπός μου εκλάπη για να πουληθεί

 

Φοβήθηκα να τρέξω μόνος μου στη ζούγκλα

τα ζώα όλα ζούσανε στη μούκγα

και το λιοντάρι πάλι έστησε γιορτή

ο βασιλιάς μας να επανεκλεγεί

 

Μαζεύτηκαν ορδές οι κουκουβάγιες

οι αλεπούδες οι τίγρεις οι παμφάγες

και τα γουρούνια πειρφρούρησαν τη φάση

κανένας ερωδιός μην τη χαλάσει

 

«Ξέρετε τις τυπικές διαδικασίες

αφήστε τις περί ζούγκλας αηδίες

ο βασιλιάς μόνον αυτός μπορεί να κρίνει

και η απόφαση του νόμος θε να γίνει»

 

Αυτά είπε και σίγησε ο λέων

αφού πρώτα έγινε πομπός μεγάλων νέων

πως θ΄ αγοράσει λέει αυτή τη γη

ο αετός που χει διπλή καταγωγή

 

Όλα τα ζώα τότε γύρισαν στο σπίτι

με μόνη σκέψη -βρε τον μπάσταρδο αλήτη

τη γη που αγαπούμε θα πουλήσει

τη λιονταρίσια του φωλιά να διακοσμήσει-

 

Μα ήδη είχε πάει πολύ αργά

και όλα τα ζώα κουρασμένα απ’ τη δουλειά

γυρίζανε στις μίζερες φωλιές του

μα δεν εμπόρεαν να πνίξουν τις κραυγές του

 

Την επομένη στην ζούγκλα ξέσπασε φωτιά

φωτιά που έκαιε μονάχα στην καρδιά

γιατί τα δέντρα από μόνα τους δεν φταίνε

κι ας ειν΄ κάποια άλλα ζώα που τα καίνε

 

Όλοι οδεύσαν στη λεονταρίσια κατοικία

δεν τους εμπόδισε καμία κότα – παναγία

και στα γουρούνια δεν απέμεινε ψυχή

να πολεμάν υπέρ ενός κατακτητή

 

Οι λέξεις και οι ιδέες δεν πονάνε

μα σαν μαστίγιο τον λέοντα χτυπάνε

κι όταν τα πνεύματα οξύνθηκαν λιγάκι

άρπαξε τρεις ραμφιές απ’ το κοράκι

 

Και ο αετός που επέβλεπε απ΄ τα ύψη

οσάκις έκροζε εμβάθυνε τη ρήξη

η ζούγκλα δε δεν έμοιαζε πια ωραία

καθώς η εξέγερση εφάνταζε μοιραία

 ……………………..

 

Ο δόλιος  λέοντας δεν μ΄ ενδιφέρει αν χάθει

εάν αποδοίμησε ή αν έμαθε απ’ τα λάθη

μετά βεβαιότης όμως δεν θα ξαναρθεί

και όλα τα ζώα ξεκινούν απ την αρχή

 

Μα είναι αλήθεια πως φοβάμαι όλα τα ζώα

γιατί όλο τρώγονται το ένα με το άλλο

και δυστυχώς μία ζωή θα αμφιβάλλω

ποιον να φαβάμαι το λιοντάρι ή τον βόα;

 

Φωκάς.

 

 

Author

Το "Φωκάς" του 'μεινε απ' το σχολείο. Παρ' όλα αυτά έχει γίνει τόσο δικό του, ώστε σπανίως γυρίζει το κεφάλι όταν κάποιος θα τον αποκαλέσει με το βαφτιστικό του. Είναι ένας τραγουδοποιός που είναι κοινωνικός λειτουργός, που παίζει κιθάρα, αλλά που θα 'θελε να παίζει τσέλο φορώντας κάτι ανάλαφρο, όπως για παράδειγμα σανδάλια και αμάνικες φαρδιές φανέλες μες στον Χειμώνα. Όταν κανείς δεν κοιτάει ή όταν κοιτάνε όλοι, είναι ποιητής. Κάνει παρέα με σαλιγκάρια και σκυλι(ε)ά, αλλά θα 'θελε να χει μια γάτα. Αρέσκεται στο να απαγγέλλει ποιήματα μιμούμενος τη φωνή του Εμπειρίκου και του Χριστιανόπουλου, εναλλάξ. Θα τον πετύχετε να τριγυρνάει στο Παγκράτι κρατώντας μία ναυλότσαντα Σκλαβενίτη μ' όλα του τα υπάρχοντα, σφυρίζοντας κάποιον οικείο σας σκοπό. Μην φωνάξετε "Γιώργο!", δεν θα γυρίσει...