Σπεύδε ως εκεί, στις φυλλωσιές π’ ανάγλυφα,
σπαρά το μάτι σου κι αφήνει την μελάνη,
εκεί που κείται ο χρόνος και τα άγραφα,
έσπευσαν να σου στήσουν την Πλεκτάνη
Σπεύδε βραδέως, ως την ώθηση της πένας σου,
που αρχινά τ΄ αρχέγονο τραγούδι,
στο πρώτο αίμα του Μαγιού, στο αμάλθειο κέρας σου,
εκεί που έσπευσε ν’ ανθίσει ένα λουλούδι
Σπεύδε ως εκεί, στου ουρανού το ξόδεμα,
στην δέψη όλου του μπλε καταναλώσου,
της Ώρας που το φειδωλό κομπόδεμα,
έσπευσε άοκνα να γίνει ο θάνατός σου
Φωκάς .