Δελφοί, 4.ΙΙ.2024

Τόσα μεγάλα πεύκα

στολισμένα με μπάλες από κάμπιες,

σε κάθε κλωνάρι, να πίνουν

το ρητινώδες αίμα τους.

 

Τόσα μικρά γράμματα,

να λιώνουν πάνω στις μαύρες πέτρες,

λες από τον ίδιο εκείνο πυρετό

που σκότωσε τον Μύλλερο.

 

Τόση πολλή ανοησία

της ανθρωπότητας συναγμένη

– ας έφταναν τα selfie sticks ψηλά

όσο η Στήλη των Όφεων.

 

Μα ο ήλιος του χειμώνα

πελεκούσε πάνω στα πρόσωπα μας

μια καινούργια μάσκα χρυσή,

μας έκλεινε τα μάτια

και τέντωνε τα χείλη μας

για να χαμογελάσουν,

σε ένα μειδίαμα βουβό και νέο,

δίχως αίνιγμα,

δίχως μυστήριο,

δίχως χρησμό κανέναν.

 

γ.π.

 

* Μύλλερος: εξελληνισμένη εκδοχή του Müller, του ονόματος του Γερμανού φιλολόγου που πέθανε από πυρετό, εξαιτίας υπερκόπωσης, στην προσπάθεια να διαβάσει τις επιγραφές των Δελφών.

ΑΛΛΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Την πιο βαθιά ώρα της νύχτας

Τον Αύγουστο την πιο βαθιά ώρα της νύχτας μια λιτανεία σπάει...

οξύ κι’ αλόη

Δεν ξέρω πως είναι να μην έχεις βαθιά συναισθήματα....

Αθηνά Αραπάκη, Δύο ποιήματα

Success Story Η Ελλάδα είναι αναμφίβολα μια ιστορία επιτυχίας. Στα είκοσι έξι...

Μιχάλης Αντωνιάδης, Δύο ποιήματα

Πόλη, σε βλέπω Σ’ αυτήν την πόλη που δεν ξέρω...