Memento mori*

Memento mori*

Αποφασίζοντας να μοιραστείς κάποιες σκέψεις σχετικά με το φαινόμενο του θανάτου η αλήθεια είναι, ότι ενίοτε δειλιάζεις και δυσφορείς μπροστά στο φόβο να αγγίξεις ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα. Η τοποθέτηση δεν έχει να κάνει με πεσιμιστικές κρίσεις που απορρέουν ακούγοντας τη λέξη «θάνατος», αλλά αντίθετα σχετίζεται με το κατά πόσο ο θάνατος μπορεί να αποτελέσει ένα πολύ δυνατό κίνητρο ζωής.

Οι Στωικοί φιλόσοφοι έλεγαν «Απ’ τη στιγμή που γεννηθήκαμε, αρχίζει ο θάνατός μας». Πιο συγκεκριμένα, θεωρούσαν, ότι ο θάνατος είναι φυσικός και η φύση Αγαθή. Συνεπώς, δεν υπάρχει τίποτα στον θάνατο που να δικαιολογεί το φόβο των ανθρώπων γι’ αυτόν. Αυτό που πρέπει να αποφύγουμε κατά τους Στωικούς είναι μια ανελεύθερη και αναξιοπρεπή ζωή.

Ο Brecht συμβούλευε « μην φοβάσαι τόσο πολύ το θάνατο όσο μια ανεπαρκή ζωή».

Ο θάνατος αποτελεί τον διαχρονικό φόβο του ανθρώπου και αυτό γιατί, αφενός κατοικεί σ’ ένα άμορφο, άγνωστο, αόρατο κόσμο και αφετέρου διότι απειλεί την ανθρώπινη ύπαρξη με αφανισμό. Απ’ τη μια μεριά έχουμε τον κλειστό μας κόσμο που είναι κατοικημένος και οργανωμένος και μας εξασφαλίζει μαι επιαφανειακώς αισθητή ασφάλεια.  Απ’ την άλλη έχουμε έναν άλλο μικρόκοσμο που εκτείνεται στη περιοχή του αγνώστου. Εμείς φοβόμαστε περισσότερο αυτό που δεν βλέπουμε, το άμορφο, το απροσδιόριστο  και γενικώς οτιδήποτε προεκτείνεται πέρα απ’ τα όρια του κλειστού μας μικρόκοσμου.  Γι’ αυτό τον λόγο φαντάσματα και δαίμονες πρωτοστατούν στους εφιάλτες και στις φοβίες των ανθρώπων.

Η σοβαρότερη ταραχή της ανθρώπινης ψυχής προέρχεται απ’ το φόβο μιας κατάστασης ”μη αίσθησης” που επέρχεται με τον θάνατο λες και είναι κάτι το οποίο μας αφορά. Οτιδήποτε δηλαδή αποσυντίθεται παύει  να αισθάνεται και μια κατάσταση αναισθησίας πολύ απλά δεν σχετίζεται με εμάς.

Φοβόμαστε για μια τρομοκρατική ενέργεια πριν αυτή γίνει.

Φοβόμαστε για ένα έγκλημα, για μια δολοφονία ή ληστεία πριν αυτή διεξαχθεί.

Φοβόμαστε μην χάσουμε τον άνθρωπο που αγαπάμε πριν ακόμα τον χάσουμε.

Και φυσικά φοβόμαστε τον θάνατο πριν αυτός μας χτυπήσει την πόρτα.

Υπενθυμίζοντας στον εαυτό σου ότι μια μέρα θα πεθάνεις, είναι ένας καλός τρόπος να αποφύγεις την παγίδα τού να εξετάζεις συνεχώς αυτά που έχεις να χάσεις εάν πάρεις την «άλφα» ή «βήτα» απόφαση.  Γιατί λοιπόν να μην αντιμετωπιστεί η ιδέα του θανάτου ως μια ακόμη αφορμή για μια ζωή μοναδική ; Ο θάνατος μπορεί να αποτελέσει τον τελικό κριτή, στον οποίο εμείς πρέπει να επιδείξουμε μια ζωή που θα ήμασταν πρόθυμοι να την επαναλάβουμε αεναώς… Κατά συνέπεια αυτό που μετράει είναι η ποιότητα ζωής και όχι η ποσότητα. Στο τέλος, σε κάθε περίπτωση, ο θάνατος θα θριαμβεύσει, καθώς ορίστηκε για μας από τη γέννησή μας και παίζει με το θύμα του μόνο για λίγο πριν αποφασίσει να το καταβροχθίσει.

Μπορεί λοιπόν η ζωή να μην υπάρχει εκεί που υπάρχει ο θάνατος αλλά και ο θάνατος δεν υπάρχει εκεί που υπάρχει η ζωή, παρόλο που μπορεί να τον σκεφτόμαστε. Κι εσύ και εγώ αυτή την στιγμή που συνομιλούμε βρίσκεσαι στη ζωή. 

Γράφοντας τα παραπάνω σκεφτόμουν μήπως αυτά αποτελούν μερικές ουτοπικές σκέψεις ενός υπερ-αισιόδοξου τύπου που ψάχνει ιδεαλιστικές απαντήσεις στο ερώτημα του θανάτου. Δεν ξέρω… μπορεί και να είναι. Όποια και αν είναι η απάντηση δεν θα με εμποδίσει σε τίποτα να τα γράφω και να συμφωνήσω με τον Οράτιο που στις ‘Ωδές’ του προέτρεπε τους Ρωμαίους πολίτες « carpe diem, quam minimum credula a postero»  ( άδραξε τη μέρα, μείωσε στο ελάχιστο την εμπιστοσύνη σου στο αύριο).

Αντιγράφω απ’ το De Rerum Natura  του Λουκρήτιου (περιέχει μια μεγάλη πραγματεία της επικούρειας φιλοσοφίας) την υπέροχη προτροπή της προσωποποιημένης Φύσης σ’ ένα συνδαιτυμόνα, ο οποίος  αρνείται να εγκαταλείψει το τραπέζι ύστερα απ’ το συμπόσιο. Ο συνδαιτύμων συμβολίζει τον άνθρωπο που φοβάται τον θάνατο.

”Αν ήταν ευχάριστη η ζωή σου που πέρασε και πάει , κι αν όλες οι χαρές της δεν πήγαν χαμένες σαν να χύθηκαν μέσα από ένα τρύπιο πιθάρι, τότε γιατί δεν αποσύρεσαι σαν χορτάτος συνδαιτυμόνας  από το συμπόσιο της ζωής και δεν προτιμάς , ανόητε, μια γαλήνη δίχως έγνοιες; Μα αν όσα αποκόμισες σκόρπισαν και χάθηκαν και σου είναι βάρος η ζωή, τί γυρέυεις να της προσθέσεις κι άλλα, για να χαθούν και αυτά κι όλα άχαρα να σβήσουν; Δεν είναι καλύτερα να δώσεις ένα τέλος στη ζωή και στα βάσανα ; Γιατί εγώ δεν μπορώ να μηχανευτώ και να επινοήσω τίποτα πια που να σ’ευχαριστεί : όλα τα πράγματα είναι όπως ήταν πάντα.”

*(Memento mori) Οι Λατίνοι συγγραφείς συνήθιζαν να υπενθυμίζουν το αναπόφευκτο του θανάτου τονίζοντας το κίνητρο για ζωή. Ο τίτλος αποδίδεται στα ελληνικά ‘’να θυμάσαι να πεθάνεις’’.

*Ο απεικονιζόμενος πίνακας ονομάζεται ”life and Death” και ανήκει στον Gustav Klimt.

Πηγές :

”ΣΤΩΙΚΟΙ ΕΠΙΚΟΎΡΕΙΟΙ ΚΑΙ ΣΚΕΠΙΤΚΟΙ. Εισαγωγή στην Ελληνιστική φιλοσοφία” R.W. Sharples

Ν.Σ.

 

Author

Οι φίλοι μου σαλιγκραφείς συχνά μου λένε ότι μοιάζω με γυναίκα· θα 'λεγα ότι βρίσκω ένα κάποιο ενδιαφέρον σε αυτή την αοριστία. Ο σκύλος μου απ' την άλλη, με κοροϊδεύει ότι είμαι αδέξιος και ενίοτε κοινωνικά απροσάρμοστος. Ίσως, γι' αυτό και όταν μιλάω κουνάω γρήγορα τα χέρια μου χτυπώντας καταλάθος τους διπλανούς μου. Η ευθύνη μου ως σαλιγκραφέας συνοψίζεται στο να λέω ψέμματα και να βάζω άνω τελείες· η άνω τελεία συμπυκνώνει την ποιητική μου θεωρία. Απ' την άλλη μισώ τα greeklish και τα μηχανάκια, ιδίως δε, όταν αυτά με προσπερνάνε από δεξιά. Η λογοτεχνία του 19ου αιώνα είναι η αγαπημένη μου.-