[Τώνια Τζιρίτα Ζαχαράτου - Προσευχή στην εξοχή]
Θυμάμαι έναν πρωινό περίπατο στο βουνό,
τα βελανίδια που μάζευες
όμορφα σαν καρφάκια από γαρίφαλο
μπηγμένα σε γλυκιά ζύμη.
Τα 'παιρνα και τα σκόρπιζα
ξανά πίσω στο χώμα
γιατί επιθυμούσα το μόλις ορατό·
τις σταγόνες της δροσιάς
πάνω στα μαλλιά σου
προορισμένες να χαθούν
σαν αόριστη αίσθηση στη χλόη.
Πρασίνισε τριγύρω, εξοχή.
Μνήμη, μη γίνεις εκείνο το φιδάκι
που καταπίνει στο τέλος την ουρά του.
*από τη συλλογή "εμείς κι ο κόσμος" (εκδ. Θράκα, 2024)
... περισσότεραλιγότερα
// Απαλλαγή //
Ψήφισαν και νόμο γι’ αυτό. Αναβολή ακόμα μπορείς να πάρεις αλλά η διαδικασία της απαλλαγής προεκτείνεται χρονικά και δυσκολεύει πρακτικά. Μεταξύ μας, η απαλλαγή πάντα δύσκολη ήταν, είτ’ έπρεπε να πείσεις για την τρέλα σου είτε για τη λογική σου, οριακά πράγματα. Μέχρι να πάρεις το χαρτί, σου βγαίνει το λάδι. Ξανακυλάς κάθε χρόνο σε μοτίβα γνωστά και κάθε επόμενο χρόνο πιο απρόθυμα, πιο εντατικά. Τελειώνει η διαδικασία τον έναν χρόνο, λες καλά τα καταφέραμε, τακτοποιείς χαρτιά και πιστοποιητικά σ’ ένα κουτάκι, κάπου το καταχωνιάζεις το κουτάκι μη σου θυμίζει το ζόρι που τράβηξες, το παίζεις και χαλαρός μετά, έλα μωρέ τίποτα δεν ήταν, τόσοι το κάνουν, σιγά το δύσκολο ας πούμε και τσουπ, έρχεται μια στιγμή που δεν το βρίσκεις, χάθηκε το κουτάκι, ψάχνεις το κουτάκι μανιωδώς, αναρωτιέσαι κιόλας μήπως ψέματα τα θυμάσαι πως υπήρξε, το βρίσκεις ξάφνου πανικόβλητος, πέφτει και σπάει το κουτάκι κι όλη η διαδικασία απ’ την αρχή, ενώ εσύ την είχες ξεκινήσει την πουτάνα τη διαδικασία με το παλιό νομικό καθεστώς κι έρχονται εμβόλιμα κι αλλάζουν τον νόμο τάχα μου δήθεν λόγω πολεμικών προετοιμασιών, λες και γνωρίσαμε ειρήνη κανονική φερ’ ειπείν. Και σε κάνουν ξανά να αμφιταλαντεύεσαι, αφού στη δυσκολεύουν την απαλλαγή, μήπως να πας κι ας τρέμεις στη σκέψη, αφού κι εσύ αμφιβάλλεις αν θ’ αντέξεις όλο τον μακρό χρόνο της διαδικασίας που απαιτεί με τα νέα δεδομένα η απαλλαγή.
Είτ’ έτσι είτ’ αλλιώς, διαρκώς σε επιφυλακή.
Διγ.
... περισσότεραλιγότερα
Σαλιγκάρι Σαλιγκάρι is attending an event.
04.02.26
Σαλιγκάρι: ΟΧΙ ΠΙΑ ΕΡΩΤΕΣ
Όχι πια πρόστυχα μηνύματα, όχι πια γέλια και χαρές. Όχι πια τίποτε από όλα αυτά αλλά και όλα αυτά μαζί· διότι ο έρωτας λάμπει κατά την παρουσία του αλλά μεγαλουργεί στις απουσίες.
Στο καινούριο μας τεύχος αναρωτιόμαστε «Μαζί, πώς;» και με αυτό το ερώτημα-οδηγό σας προσκαλούμε το Σάββατο 14 Φεβρουαρίου και ώρα 20.00 στον χώρο του Σαλιγκαριού στα Εξάρχεια, όχι για να γιορτάσουμε αλλά για να μοιραστούμε τη χαρά και την οδύνη του έρωτα μέσα από τη λογοτεχνία και την παρέα.
Σας προσκαλούμε να γράψετε: πέντε αράδες, ένα ποίημα, ένα γράμμα, ένα χαϊκού, ή ό,τι τραβάει η όρεξη και η καψούρα σας, τελοσπάντων, να το έχετε· μπορεί να θελήσετε να το μοιραστείτε, μπορεί και όχι. Αν δεν βρίσκετε τα λόγια, φέρτε αγαπημένα σας γραπτά άλλων ανθρώπων, που μιλήσαν για τον έρωτά τους σαν να ήτανε δικός σας.
Θα έχουμε μουσική, παρέα, ποτό, λογοτεχνικά nerd friendly παιχνίδια και το καινούριο μας περιοδικό.
Σας περιμένουμε!
Ελεύθερη είσοδος με κουτί συνεισφοράς για τα έξοδα του χώρου.
*Λόγω περιορισμένης χωρητικότητας: κράτηση θέσης στο saligari.filoxenia@gmail.com
** Τα μετρητά ακόμη βοηθάνε, γιατί δεν έχουμε POS. Οι έρωτες;
... περισσότεραλιγότερα
[ Γιάννης Σκαρίμπας – Έτι δέομαι σου ]
Κύριε, είμαι ένας άθεος! Και είμαι αδερφός
του χαρτοπαίχτη, του μπεκρή. Και σάρκα έχω και αίμα.
Κι όπως εχώρισες εσύ τα σκότη από το φως
έτσι χωρίζω κι αγαπώ -απ΄ το σωστό- το ψέμα.
Το κρίμα θέλω! Είνʼ όμορφη η αμαρτία. Πολύ
εσύ με θέλησες αγνόν-δεν είμαι, οι άλλοι, οι άλλοι,
οι εκπεσμένοι, οι αμαρτωλοί. Οι μούργοι-κι είνʼ πολλοί-
τι τάχα λεν; κι είναι αδερφοί. Τι ξέρουν; Κι είν ʽμεγάλοι.
Και είμαι, Κύριε, άθεος. Και το κακό αγαπώ.
Κι εμέ μʼ αρέσει η ζαβολιά, η γυναίκα του κοντά μου,
τόσο, που ακόμα το φονιά -ανάγκη να το πω;-
τον έχεις κάμει όμοιον μου κι οστό απʼ τα οστά μου.
Κι είμʼ άθεος! Καρδίας συ που ετάζεις και νεφρούς,
πρόσεχε: αγαπώ πολύ τα «πλήθη αμαρτιών μου».
Συ που νεφέλας ανιστάς και ξαναζείς νεκρούς,
-στʼ άνθισμα είμαι των παθών-τα αίσχη πλήθυνόν μου!…
... περισσότεραλιγότερα
// Ακαζού //
Πρώτα τη μετέφεραν με το ασθενοφόρο, έπειτα με τη νεκροφόρα. Η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι σειρήνες του ασθενοφόρου ούρλιαζαν μέσα στη νύχτα. Ο γάτος ξύπνησε πρώτος, αμέσως μετά ο γέρος. Σηκώθηκε. Φόρεσε τη μία παντόφλα, την αριστερή, την άλλη δεν τη βρήκε στο σκοτάδι. Σύρθηκε ως το ματάκι. Η πόρτα του απέναντι διαμερίσματος έχασκε ορθάνοιχτη. Βγήκαν οι τραυματιοφορείς. Τσούλησαν το φορείο ως το ασανσέρ. Την είχαν σκεπάσει με ένα σεντόνι ως το στήθος· τα μάτια της ήταν σφαλισμένα. Δεν χωρούσε. Την κατέβασαν από τις σκάλες. Ο γέρος κοιτούσε τα λευκά μαλλιά της γυναίκας καθώς ανέμιζαν από το φορείο. Ήταν η τελευταία του εικόνα από εκείνη. Πάνω από σαράντα χρόνια γείτονες και δεν πρόλαβε να την αποχαιρετίσει. Το επόμενο πρωί η οικιακή βοηθός γύρισε μόνη. «Γιαγιά πέθανε».
Ένα μήνα αργότερα, καθώς ο γέρος επέστρεφε [...] saligari.net/peza/akazou/https://saligari.net/peza/akazou/
δαμιανός
*φωτογραφία: Αυγερινός Τσαλίκης
... περισσότεραλιγότερα
// Τρόχισμα //
Μεταξύ αενάως αναποφάσιστων και πανικόβλητων αποφασιστικών, αργά πολύ κατάλαβα πώς ήμουν το μαχαίρι, όπου οι πρώτοι χάιδευαν απερίσκεπτα κι οι δεύτεροι κατέβαζαν γροθιά κι όση ζωή.
Διγ.
... περισσότεραλιγότερα
// μεσαία και μικρού ύψους βιβλία //
Δουλεύοντας δυο πιθαμές ιστορία,
αναρωτήθηκε τον κωδικό του wifi.
Έπρεπε να συνδεθεί με τον κόσμο.
Μεγάλη η βιβλιοθήκη που έχετε στο κέντρο,
σίγουρα θα συγκεντρώνει όλων των ειδών
τις λέξεις.
Πλήθος καταιγισμός διαλέξεις
και φροντίδα.
-Ναι, συγγνώμη, κόρη, τον κωδικό δεν μου πες.
-Το παλάτι των αφηγήσεων καταρρέει.
-Με κενά;
-Χωρίς κενά, κοφτά γοργά τελεία.
*Ειρήνη Παππά [βλ.: saligari.net/poihmata/astiko-topio/ ]
**η φωτογραφία της Μαίρης Ζωγράφου
... περισσότεραλιγότερα
//Τρίλιζα//
Πήγα έβαψα τα μαλλιά μου.
Πήρα κι ένα σκύλο να μην αυτοκτονήσω.
Σηκώνομαι στις έξι το πρωί, κάθε πρωί, πάω τη Ρόζυ βόλτα, τη φοβισμένη-χαρούμενη βόλτα της.
Είμαστε φοβισμένες κι οι δυο, στη βόλτα συναντάμε κανένα, ακολουθούμε την ίδια διαδρομή, στρίβουμε αριστερά στο τετράγωνο, διασχίζουμε την πλατεία σιωπηλές.
Πίσω απ’ το άγαλμα, το στενό που οδηγεί στην παλιά Τρίλιζα. Στην Τρίλιζα, πολύ θυμωμένη κι έφηβη, είχα ρίξει άγριο φάσωμα με τον Γιαννάκη, του ‘χα σκίσει τα χείλια με τα δόντια, είχαμε πασαλειφτεί για τα καλά στα μούτρα με κόκκινο αλκαλικό αίμα, έκανε πως γούσταρε κι αυτός και δεν σταμάταγε.
Όσο παρίστανε τον άγριο, εγώ καταλάβαινα πως ήτανε παρθένος.
Η Τρίλιζα τώρα ρήμαξε.
Στους ξεφτισμένους σοβάδες της γεννιούνται κάθε τόσο γατιά άρρωστα με τα πλευράκια ανάγλυφα, εκτεθειμένα, έτοιμα να σπάσουν, άρρωστα γατιά που βήχουν και κάνουν τη Ρόζυ να φοβάται ακόμα περισσότερο.
Κάνουμε τον κύκλο και επιστρέφουμε στο ήσυχό μας σπίτι, και η Ρόζυ, φαίνεται τότε λίγο να χαίρεται με φοβισμένα μάτια πάντα και μελαγχολικά, ενώ τα κάνει μπροστά στην πυλωτή της πολυκατοικίας που με κόκκινο σπρέι γράφει
ΜΗΝ ΠΑΡΑΓΕΤΕ-ΜΗΝ ΑΝΑΠΑΡΑΓΕΣΤΕ.
*του Φωκά
... περισσότεραλιγότερα
// Mythos //
[...] Παρατηρεί μια μικρή αχιβάδα, σφηνωμένη σε μια εσοχή του βράχου. Νεκρή εδώ και μέρες. Ίσως και χρόνια. Απλώνει το χέρι του. Την κρύβει στην παλάμη του. Καίει το δέρμα του. Μόλις συνηθίζει τη θερμοκρασία της, την αφήνει στο στήθος του. Στρέφει τα μάτια προς τον Θ. Δεν τον προσέχει. Κοιτά ακόμη τον ορίζοντα και ψιθυρίζει «Χορεύοντας μου ‘δειξες μέσα σε πέντε λεπτά, τι θα πει πουθενά και πως χάνεται ο χρόνος».[1] Συνεχίζει να του χαϊδεύει τα μαλλιά με τους αντίχειρες. Έχουν στεγνώσει από ώρα. Εκείνος γυρίζει το βλέμμα του στα δεξιά, προς τη θάλασσα. Διάφορα ανδρικά κεφάλια τρυπούν την επιφάνεια του νερού. Ο αέρας φέρνει μουρμουρητά και σκόρπια βογγητά από τους διπλανούς κολπίσκους. Ακούν σούρσιμο από βήματα πίσω τους. Το αγόρι ανακάθεται. Ο Θ. ξαφνιάζεται, οι παλάμες του χάνουν απότομα το βάρος του κεφαλιού και μένουν να χάσκουν ανοιχτές ώσπου κλείνει τα δάχτυλά του. [...]
δαμιανός
saligari.net/peza/mythos/
*φωτογραφία: Αυγερινός Τσαλίκης
... περισσότεραλιγότερα
Μαρία Λαϊνά, Σε τόπο ξερό (2015)
[Ποιήματα 1970-2012], Εκδ. Πατάκη
... περισσότεραλιγότερα