// Ντέκα //
Τρόμαξα να τον γνωρίσω, σωστό ερείπιο. Κύρτωσε, άσπρισε, μάζεψε συνολικώς, αδύνατος σαν τον Άγιο Ονούφριο, αξύριστος κι ακούρευτος με κάτι παλιόρουχα μ’ αποφορά ταβέρνας και μια Μαλαματίνα ανά χείρας. «Εεε, Ασημάκη! Τι χαμπάρια;». Άκουσε-δεν άκουσε, προσπέρασε χαμένος. Εικόνα αθλία, για λύπηση. Τι του ’τυχε; Πώς εγκαταλείφθηκε στη μοίρα του και στη φθορά τέτοιος νάρκισσος του κερατά; Πού πήγαν οι ορέξεις του για μπονβιβεριλίκια;
Έμοιαζε σα στις πλάτες του να κουβαλούσε μια κούραση πασίβαρη, ασήκωτη, αθροισμένη και σωρευμένη, χρόνια καλά απωθημένη, το είδος της κόπωσης που ’χουν όσοι παραιτηθήκαν απ’ όλους κι απ’ όλα, όσοι τα βροντήξαν μετ’ εκρήξεως. Όχι, όχι κούραση από εργασία, η κούραση του παραιτημένου, του άεργου, πώς να στο δώσω να το καταλάβεις; Κούραση ζαρωμένη, όχι αυτή που περνά με το φαΐ και τον ύπνο, η άλλη, η ριζιμιά, από συθέμελη κι αμετάκλητη παραίτηση, αυτό ήταν. Ωωω, σίγουρα σου λέω, αφού φορούσε το μπουφάν το παλαιολιθικό, το λιωμένο, το επί δραχμών αποκτηθέν. Ο Ασημάκης τώρα, που έναν καιρό, θυμάσαι που μας μόστραρε γραβάτες βίντατζ, πουκάμισα μεταξωτά, παντελόνια με τσάκιση από καθαριστήριο και κάλτσες μόνο κασμιρένιες για ν’ αναπνέει εύρυθμα η πατούσα του. Κάτι εμφανώς τον είχε ισοπεδώσει. Ρώτησα από δω, ρώτησα από κει, κανείς δεν γνώριζε τι έπαθε ο παλιός μας φίλος. Μεταξύ μας, ούτε κι ο ίδιος φαινόταν να ’χει πολυκαταλάβει.
Διγ.
... περισσότεραλιγότερα
[ Κωστής Παπαγιώργης ― το πρώτο για το '26]
Η χρόνια συναναστροφή με την επιθυμία και την απόλαυση εν τέλει αποδεικνύεται τεστ αντοχής στο δηλητήριο του χρόνου. Όλα στην ζωή είναι ισχυρά σαν δηλητήρια: η αγάπη, το μίσος, η επιθυμία, η αρρώστια, η άστεγη καρδιά. Ακόμα κι όταν δεν σε θερίζει σαν το στάχυ, ο καιρός έχει τρόπο να σε διαβρώσει από μέσα, να σε κάνει να είσαι ολοένα και βαθύτερα ο εαυτός σου, μέχρι την στιγμή που θα σε στήσει ασάλευτον πάνω ή κάτω από το μάρμαρο. Στους ίδιους δρόμους, στα ίδια στέκια, μέσα σε μια εικοασετία ένας άνθρωπος σκορπίζει γύρω του ερωτηματικά: Τι τον βρήκε; Πώς κατάντησε έτσι; Αφού όλοι ζουν και κανείς δεν ξέρει να γελάει, τα ίδια και χειρότερα αναρωτιέται κι αυτός: Τι μ' έφερε σ' αυτή την κατάσταση;
* Κωστής Παπαγιώργης, Γεια σου, Ασημάκη. Σκίτσο του Χρήστου Βακαλόπουλου, Αθήνα, Καστανιώτης, 2024, 15.
... περισσότεραλιγότερα
// Αδόκιμο //
Στ' άδεια πλοία, παραμονή Πρωτοχρονιάς, απομένει μία και μόνη βεβαιότητα, για όλους τους χρόνους του κόσμου, καινούριους ή παλιούς: η ζωή θα κυλήσει όπως είναι να κυλήσει, με μικρά διαλείμματα και μεγάλες διάρκειες.
Καθορισμένοι ανεξίτηλα -εγκλωβισμένοι θα 'λεγαν οι απαισιόδοξοι- από βιώματα, επιλογές και επιρροές που προ πολλού ανεπιστρεπτί παρήλθαν. Άλλοι από διαβάσματα, άλλες από ταινίες, όλες κι όλοι από αυτό που φοράμε κατάσαρκα, περιττό να κατονομαστεί, ποιος δεν το γνωρίζει;
Το παρελθόν δεν αλλάζει, ποτέ δεν είχε τέτοιες αλλοπρόσαλλες συνήθειες, φέρει εγγενώς την ιδιότητα του αμετάβλητου και τελεσίδικου, σκληρό ή τρυφερό, θα μένει πάντα τέτοιο. Τα ίχνη του μονάχα μεταβάλλονται.
Όσο περισσότερο βυθίζεται κανείς στα πάθη του, συνειδητοποιεί πως, αν υπάρχει σωτηρία, αυτή συνίσταται στην απροσμέτρητη έντασή τους.
ΥΓ. Το μόνο καλό με τα πλοία είναι πώς αποστρέφονται τη λειτουργία πτήσης.
Διγ.
... περισσότεραλιγότερα
ΣΑΛΙΓΚΑΡΙ - ΤΕΥΧΟΣ ΙΙ
«Μαζί, πώς (αλλιώς);» — Ευχαριστήριο Σημείωμα
... περισσότεραλιγότερα
Ω ΛΑΛΑ! 🕺💅💫
Το καινούριΕκδόσειυθιστόρημα του φίλου Δαμιαν&ommma;ραβαρά έχει ήδη αρχίσει το ταξίδι του από τις Εκδόσεις νήσος.
Με πολλή χαρά σας περιμένουμε σήμερα στον Βυσσινόκηπο για να σας συστήσουμε τη Λαλά και να μοιραστούμε το αποτύπωμα που άφησε η ιστορία της σε μας.
Δαμιανός Αγραβαράς, ευχαριστούμε θερμά για την πρόσκληση. Τα λέμε εκεί!
... περισσότεραλιγότερα
Σαλιγκάρι Σαλιγκάρι is with Ελεύθερος Κοινωνικός Χώρος «αλτάι»//Free Social Space "altai".
08.12.25
ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΣΑΛΙΓΚΑΡΙ ΤΕΥΧΟΣ ΙΙ
Με πολλή χαρά και συγκίνηση σας προσκαλούμε την Κυριακή 21 Δεκεμβρίου και ώρα 19.00 στο φιλόξενο Αλτάι για να γιορτάσουμε την έκδοση και κυκλοφορία του δεύτερου τεύχους μας. Ο τίτλος «Μαζί, πώς;», στο κεντρικό αφιέρωμα του περιοδικού, υποδηλώνει την αγωνία και τη σημασία της απεύθυνσης, του μοιράσματος, της σύμπλευσης και της κοινότητας – έννοιες που πλαισιώνουν τον τρόπο με τον οποίο το
Σαλιγκάρι θέλει να υπάρχει, να συνυπάρχει και να δημιουργεί. Τι προϋποθέτει τελικά αυτό το «μαζί», ποιες θυσίες απαιτεί και ποιος ο ρόλος της τέχνης στην προσπάθεια συσχέτισης με τον Άλλο;
Αυτά κι άλλα (όχι) πολλά θα κουβεντιάσουμε την Κυριακή.
Έπειτα θα ακολουθήσει dj set, ποτό και παρέα.
Σας περιμένουμε!
*Εδώ η εκδήλωση με όλες τις πληροφορίες: fb.me/e/6cERWDsfh
**Σχεδιασμός αφίσας: Κατερίνα Παπασηφάκη.
... περισσότεραλιγότερα
[ Σούζαν Σόνταγκ ]
... περισσότεραλιγότερα
// Ασκήσεις προσμονής //
Επί πολλά έτη, η μητέρα μου πάσχιζε να μας μάθει πως όλα στη ζωή για να πετύχουν θέλουν πρόγραμμα. Έναν καιρό προσπάθησα ν’ ακολουθήσω τη συνταγή της. Ξυπνούσα ορισμένη ώρα, σημείωνα σε χοντρές ατζέντες τις δουλειές καθ’ εκάστης, με εκτιμώμενους χρόνους υλοποίησης. Κάθε βράδυ, με καμωμένα μισά και μισοκοπημένα, βρισκόμουν αντιμέτωπος μ’ οικτρές αποτυχίες παταγώδεις –τότε κύλησα στο κονιάκ και τη βότκα–, διότι ήσαν μεγαλεπήβολοι οι στόχοι και η ζωή μου ράθυμη κι ανοιχτή διαρκώς και διάπλατα στον σε κάθε γωνία παραμονεύοντα ορυμαγδό της τυχαιότητας.
Σήμερα, μην παίρνοντας πια τίποτα για δεδομένο, δεν προγραμματίζω ποτέ το παραμικρό. Τα πράγματα κυλούν απρόβλεπτα, ακανόνιστα, φυσικά. Διατηρώ την αόριστη εντύπωση ότι κάποιος κοντός καθηγητής γλωσσολογίας, σ’ ένα υγρό κι επικλινές αμφιθέατρο του τέταρτου ορόφου της Φιλοσοφικής, το 2013, είχε εξηγήσει ότι το ωραίο είναι εκείνο που συμβαίνει στην ώρα του.
Μ’ αυτή τη νεφελώδη ανάμνηση ποτίζω, καθημερινά και με πρόγραμμα, την αταλάντευτη προτίμηση μου στο ωραίο, όσο και την ολοκληρωτική μου περιφρόνηση για το όμορφο.
Διγ.
... περισσότεραλιγότερα
// Αριστερόχειρας με δεξιόκαρδο //
«Με κάνεις να νιώθω δεκαοχτώ χρονών ξανά» λέει το αγόρι και σκοπεύει να ζήσει τον τελευταίο του έρωτα όπως τον πρώτο, αγνοεί το δυσβάσταχτο της επιθυμίας, πορεύεται πλησίστιο στην απόλυτη ηδονή ή στην ολοκληρωτική συντριβή. Αν φοβάσαι τη δεύτερη, σπάνια συναντάς την πρώτη. Το απέδειξε ο Ζενέ στον Σχοινοβάτη.
«Με κάνεις να νιώθω δεκαοχτώ χρονών ξανά» λέει το κορίτσι και διαμαρτύρεται ότι της βγάζει ένστικτα πρωτόγονα, τέτοια που νόμιζε πως είχε απωθήσει οριστικά, όπως να θέλει να του ορμήσει να τον κατασπαράξει το ένα βράδυ και το επόμενο πάλι να θέλει να του ορμήσει να τον κατασπαράξει αλλά αλλιώς. Στα καλά βιβλία ο έρωτας συμβαίνει ως ευγενικός αλληλοσπαραγμός. Μπορείς να ρωτήσεις τη Μαργαρίτα Καραπάνου σχετικά.
Ίδια αφετηρία έχουν μόνο τ’ αγωνιστικά αυτοκίνητα στα ράλι (ακόμα κι εκεί, όμως, κάποιος έχει πάντα την pole position). Έρχεται ο Τζάρμους στον ύπνο σου και σου ψιθυρίζει συνωμοτικά «μόνο οι εραστές μένουν ζωντανοί». Η μόνη χρονική διάσταση με σημασία είναι το παρόν, οι ενορμήσεις δεν γιατρεύονται με ψυχοθεραπεία κι όταν το «όλα ή τίποτα» σαρκώνεται εξαρχής, τα ημίμετρα είναι άχρηστα κι ο δρόμος μονόδρομος.
Διγ.
... περισσότεραλιγότερα
//Στο δώμα //
Όταν τελείωσε το σπίτι, βάλανε στο δώμα
τέσσερις πήλινες γυναίκες για να το φυλάνε.
Οι νοικοκυραίοι πέθαναν,
πέθαναν και τα παιδιά τους,
το σπίτι ρήμαξε,
αλλά αυτές είναι ακόμα εκεί, στη σειρά, απολιθωμένες,
σαν φωτογραφία γυμναστικών επιδείξεων.
Η μια έπεσε εν τω μεταξύ –κόπηκαν τα πόδια της–
και κάποιοι την ξάπλωσαν ανάσκελα,
να βλέπει μέρα και νύχτα τον ουρανό
(η πιο όμορφη ασχολία).
Πότε πότε βαριούνται όμως και το σκάνε,
κρυφά, μασκαρεμένες, κάνουν διπλή ζωή.
Τις τρεις γερές τις είδα μέσα στα ερείπια του Μυστρά,
να σπάνε καρύδια καθισμένες καταγής, στα καλντερίμια.
Μιλούσαν φράγκικα και ήταν τα πρόσωπά τους όλο ξιπασιά.
Και εκείνη που έπεσε χάμω,
τη βρήκα στην οδό Λυκούργου
να κουτσαίνει μα όλο να χαμογελά,
και μου έφτιαξε να φάω στο μικρό της μαγαζί,
σαν ήρθα εδώ μονάχος, ιχνηλάτης.
Οι τρεις οι ξιπασμένες δεν έχουν ησυχία,
όλο τσακώνονται και δεν αντέχουν η μια την άλλη για πολύ.
Είδα ξανά τη μια στην εκκλησία,
να κοσκινίζει την άμμο των κεριών με χρυσό κόσκινο,
και την εκοίταζε ο φοβερός εκείνος Νίκων με μισό μάτι.
Η άλλη με σταμάτησε στον δρόμο
και με ρώτησε τί ώρα είναι και ποια μέρα
(τόσα χρόνια άγαλμα, πού να ξέρει;).
Η τρίτη έκοβε αμίλητη εισιτήρια στα ΚΤΕΛ,
άσπρισαν τα μαλλιά της, όλο να λογαριάζει
και να μετράει τα ρέστα.
Από όλες η καλύτερη ήταν σαφώς η σακατεμένη.
Δεν κάκιωσε ποτέ για τη στραβή της μοίρα,
τίποτα των πολλών δεν ζήλεψε,
ούτε και ζήτησε του Θεού τον λόγο.
Βλέπεις την έμαθε ο ουρανός στην καλοσύνη,
μέρα και νύχτα.
*γ.π.
saligari.net/poihmata/sto-doma/
... περισσότεραλιγότερα