/…/

Πώς με κοιτούσε μεσ’ τα μάτια ο ποιητής
πίσω απ’ τα ερέβινα γυαλιά
μ’ ένα ελαφρύ μειδίαμα,
Τι διάολο να γράψω.
Πονά η πλάτη μου φρικτά.
 
Οι λέξεις και το νόημά τους
τα άκρα ενός συνεχούς,
είμαι καυλωμένος τέντα
απ’ την κορφή ως τα νύχια.
 
είμαι 
 
η άσχημη ψυχή,
γνωρίζει τον έρωτα
οικειώνεται τη συντριβή
επιφέροντάς τη.
 
 
 
Φωκάς

ΑΛΛΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Σαβανωτής

με μια κίνηση αργή, περιπαικτική, στρώνει μια τούφα που...

Απρόσεκτο χέρι

Σ' αυτόν τον ίδιο καναπέ είχαμε καθίσει κουβέντα μακριά στρίβαμε τσιγάρα το...

Upskirt

απ’ το παχύ τους δέρμα κάτω απλώνουνε πληγές αχαρτογράφητες μην τους...

Deadlines

πηγαίναμε ταξίδι με το τραίνο δεν το υπολόγισαν καλά κάναμε στάση...