Επικοινωνία
Ακολουθήστε μας στα social media:
Προτάσεις συνεργασίας στην ηλεκτρονική διεύθυνση:
Φόρμα Επικοινωνίας
[ Πόλη, σε βλέπω ]
Σ’ αυτήν την πόλη που δεν ξέρω μα τη βλέπω
τα λεωφορεία της το χάραμα είν’ γεμάτα
μητέρες βοκαμβίλιες, μαύρες τρύπες
με ορίζοντα στα βλέφαρα σα δίνη,
πατέρες κομήτες· προς Κρόνο η τροχιά
χαμένοι στη βαρύτητα
της πρώτης μαύρης τρύπας.
Εργάτριες και εργάτες δορυφόροι
που πάλεψαν τη νύχτα με ήλιο δανεικό.
Έχω πια συνηθίσει όταν σκοτεινιάζει,
όταν κινούνται τ’ άστρα
κι αγγέλουν νέους κόσμους,
τα λεωφορεία χαράματος να γίνομαι.
Σαν ένας γλύπτης σπηλαίων
που ‘χει μεράκι με χρώματα να πλάσει
αγάλματα εαυτού.
*Μιχάλης Αντωνιάδης
**φωτογραφία: Maurice Wolf, Sheep Dive [www.mauricewolf.com/sheepdrive]
saligari.net/poihmata/michalis-antoniadis-dyo-poihmata/
... περισσότεραλιγότερα
[Μπάμπουσκα]
Ταξίδευαν τα μάτια και τα αυτιά μου
Ο φλοιός του εγκεφάλου και το μυοκάρδιο
Τα πόδια έμεναν ακίνητα
Οι πατούσες κολλημένες σε κρύο δάπεδο
Όπου κι αν πήγαινα ήμουν παιδί
Άνοιξα το κουτί με τις κλωστές και με βρήκα κι εκεί μεσα
Δεν αρκεί να λέμε αγάπη για να είναι αγάπη
Δεν αρκεί να λέμε είμαι για να είμαστε
Προσπαθούσα χρόνια να μη γίνω μια κούκλα σε βιτρίνα
Και τελικά είμαι το πιο μικρό κομμάτι κρυμμένο στο βάθος μιας μπάμπουσκας
Δεν ανοίγει άλλο
Ο,τι έχει μείνει τώρα είναι να πετάξουμε
φιλοξενία στο καβούκι
*Γιάννα Τζιβελέκη
**πίνακας: Interior, (1898) Vilhelm Hammershøi
... περισσότεραλιγότερα
[στην Καθημερινή της Κυριακής] ... περισσότεραλιγότερα
[... η μεγαλύτερη μάχη της ζωής του θα είναι ν' ανακαλύψει το νόημα της μοναξιάς του.] ... περισσότεραλιγότερα
[ Νίκος Καρούζος — γενέθλιο εγκώμιο ] ... περισσότεραλιγότερα
// νέα κι όμορφη αναπληρώτρια //
Είχαμε κάποτε που ήμουνα στο Λύκειο μια καθηγήτρια αναπληρώτρια, που ήρθε προς το τέλος της χρονιάς να κάνει ένα από κείνα τα άκυρα μαθήματα των δύο ωρών την εβδομάδα. Δεν θυμάμαι πώς την έλεγαν μονάχα ότι είχε ένα τατουάζ πεταλούδα στην πλάτη κι ότι έμοιαζε με την Άννα-Μαρία Παπαχαραλάμπους – πράγμα που για μας που πριν από τη βραδινή προσευχούλα νανουριζόμασταν με «Ψίθυρους Καρδιάς» δεν ήταν καθόλου [...]
saligari.net/peza/nea-ki-omorfi-anaplirotria/
... περισσότεραλιγότερα
[Πεθαίνουν οι θρύλοι, μωρή;]
Πέθανε, είπαν. Πεθαίνουν οι θρύλοι, μωρή; Θα το έσκασε όλο κάτω τη Συγγρού, ίσα με τη θάλασσα. Πριν φύγει θα στάθηκε για μια στιγμή μονάχα, εκεί, ανάμεσα στις πικροδάφνες. Το κεφάλι ψηλά, πάντα ψηλά. Θα κοίταξε τον καρκίνο. Θα σήκωσε το μεσαίο δάχτυλο. Θα του έβγαλε τη γλώσσα. Ίσως να του έριξε και καμιά ροχάλα. Δεν φοβήθηκε ποτέ της, ούτε μπάτσο, ούτε κανένα μαλάκα, στο θάνατο θα μάσαγε; Ύστερα θα έκλεισε το μάτι σε κάποιο περαστικό τσολάκι. Εκείνο θα σταμάτησε να την καυλαντίσει. Θα την κέρασε ένα τσιγάρο. Ρουφηξιά βαθιά. Σαν τέλειωσε, θα έριξε τη γόπα στην άσφαλτο. Τακ, θα την πάτησε με το τακούνι της. Θα της έκανε νόημα το τσολάκι. Θα καβάλησε τη μηχανή του. Θα γύρισε να κοιτάξει πίσω της. «Μην ξεχνάτε να ζείτε, παιδιά. Η ζωή είναι καύλα». Θα τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση του. Σφιχτά. Θα του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Θα γέλασε εκείνο. Θα έγειρε το κεφάλι της στην πλάτη του. Γκάζι. Τα ξανθά μαλλιά της θα ανέμισαν. Και θα χάθηκε στη νύχτα. Πεθαίνουν οι θρύλοι, μωρή; Οι θρύλοι είναι για πάντα.
δαμιανός
*στην Πάολα, για τους δρόμους που άνοιξε
**φωτογραφία: Αυγερινός Τσαλίκης
... περισσότεραλιγότερα
[ «Εδώ στεκόμασταν πολύ» ]
Μεγαλώνοντας στην Ελλάδα του 2000, το σχολείο με κατήχησε και σε συγκεκριμένους τρόπους να θυμάμαι: στη μνήμη και τη συνείδηση ενός έθνους, μαζί και μιας θρησκείας και ενός φύλου, για το οποίο ήμουν πάντοτε πολύ κουνιστός, ανώμαλος κι αμαρτωλός· αλλά και σε μια εθνική ιστορία και λογοτεχνία όπου οι κουήρ ζωές ήταν αφανισμένες. Η Πάολα Ρεβενιώτη μού έδειξε, ανάμεσα στα άλλα, πως αυτό το καθεστώς μνήμης δεν είναι πεπρωμένο.
Υπάρχει και ένα άλλο ήθος μνήμης, όπως στις Πικροδάφνες, ένας τρόπος να «μας θυμόμαστε παρέα» που αντιτίθεται σε αυτές τις πολιτικές της εξόντωσης. Στη μνήμη των τρανς και κουήρ σωμάτων και των ζωών καθώς συμπλέκονται μεταξύ τους, στη μνήμη των σχέσεων που αναπτύσσουμε, στη μνήμη σε κοινοτικό συσχετισμό επέμεινε η Ρεβενιώτη. Κι είναι η επιμονή της σ’ αυτή τη μνήμη που διεκδικεί για αυτά τα σώματα και για αυτές τις ζωές να αξίζουν όχι απλώς να αντέχουν, αλλά να ευτυχούν και να τις θυμόμαστε με τους όρους που εκείνες θέτουν. Να είναι άξιες όχι βίας – αλλά βίου.
Δεν είναι καθόλου υπερβολικό να πω πως η Πάολα Ρεβενιώτη μου ‘δωσε ζωή.
*Μπίλη Μητσικάκος
saligari.net/shmeiomata/edo-stekomastan-poli/
... περισσότεραλιγότερα
[ άχαστη συμβουλή για τα θερινά μας αναγνώσματα: το βιβλίο κρίνεται από το εξώφυλλο ] ... περισσότεραλιγότερα
[Έξι ποιήματα]
GRIM-ΑΤΣΑ
Είναι κάτι άνθρωποι που
Το πρόσωπό τους τείνει με τα χρόνια
Να παγιωθεί σε μια μοναδική γκριμάτσα-
Λες κι η ζωή τους όλη εκεί τους οδηγεί:
Σ’ ένα προσωπείο που σμίλεψε ο καιρός
Οπή οπή, ζάρα τη ζάρα –
Μια κερδισμένη χαρακιά
Για κάθε ζαριά που χάθηκε
Παίζοντας με την πλάτη στην άβυσσο.
Κι εντωμεταξύ, οι γερανοί του χρόνου
Δουλεύουν ακούραστα
Στα λογής-λογής λιμάνια των αποχωρισμών,
Φορτώνοντας τα πρόσωπα με βάρη
Απρόσμενα,
Που θα μεταφέρουνε μετά στην άλλη όχθη – εκεί,
Στου Τέλους το μεγάλο τελωνείο.
(Και πόσοι έχουν άραγε τον οβολό
Για να δωροδοκήσουν το Χάρο
Άχαροι έτσι όπως φτάνουν;)
Κι εκεί στις αποβάθρες, τα πρόσωπα
Ολοένα βυθίζονται
Με τις καρίνες τους να τρίζουν˙
Ολοένα ζαρώνουν
Κάτω από φορτία διαδοχικά:
Δοχεία γεμάτα με απερίσκεπτ’ απορρίμματα χαρών
Που πλήθυναν τόσο
Ώσπου τις πνίξαν,
Φιάλες ξέχειλες μ’ αίματα ματαιώσεων
Μικρών ή και μεγάλων,
Κοντέινερ με ποιος ξέρει τι τετριμμένες λύπες,
Βαρέλια γεμάτα χολή από αποτυχίες που δε λησμονήθηκαν,
Μα και κάλπικες επιτυχίες, κούφιες,
Που κατά βάθος αυτές ζυγίζουν πιο πολύ.
Κι οι λαθραίες ελπίδες που τις έπιασαν στην είσοδο,
Λυπημένες, μένουν πάντα στο λιμάνι να κοιτούν
Τα πρόσωπα που φεύγουν
Λυγισμένα.
Ηράκλειο, Φθινόπωρο 2020
Φιλοξενία στο καβούκι
*Γιώργος Ματαλλιωτάκης
**πίνακας: Θάλασσα από πάγο (στο πρωτότυπο: Das Eismeer), (1823-24) του Caspar David Friedrich
... περισσότεραλιγότερα

![[ Πόλη, σε βλέπω ]
Σ’ αυτήν την πόλη που δεν ξέρω μα τη βλέπω
τα λεωφορεία της το χάραμα είν’ γεμάτα
μητέρες βοκαμβίλιες, μαύρες τρύπες
με ορίζοντα στα βλέφαρα σα δίνη,
πατέρες κομήτες· προς Κρόνο η τροχιά
χαμένοι στη βαρύτητα
της πρώτης μαύρης τρύπας.
Εργάτριες και εργάτες δορυφόροι
που πάλεψαν τη νύχτα με ήλιο δανεικό.
Έχω πια συνηθίσει όταν σκοτεινιάζει,
όταν κινούνται τ’ άστρα
κι αγγέλουν νέους κόσμους,
τα λεωφορεία χαράματος να γίνομαι.
Σαν ένας γλύπτης σπηλαίων
που ‘χει μεράκι με χρώματα να πλάσει
αγάλματα εαυτού.
*Μιχάλης Αντωνιάδης
**φωτογραφία: Maurice Wolf, Sheep Dive [https://www.mauricewolf.com/sheepdrive]
https://saligari.net/poihmata/michalis-antoniadis-dyo-poihmata/](https://saligari.net/wp-content/plugins/custom-facebook-feed-pro/assets/img/placeholder.png)