Διάβασα για κάτι Αύγουστους στην άδεια Αθήνα και θυμήθηκα ένα καλοκαίρι που έμεινα στην πόλη σχεδόν όλον τον Αύγουστο. Με είχαν υποχρεώσει οι εργοδότες μου. Και σε αντίσταση δεν έκανα πραγματικά τίποτα. Δεν υπήρχε ικμάδα ζωής μέσα μου. Έτρωγα κάθε πρωί το πολύσπορο κουλούρι μου από τον τότε Βενέτη στην απέναντι γωνία κι έπινα ένα μισόλιτρο Όλυμπος κόκκινο, γιατί ποτέ δεν πίστεψα στα λάιτ προϊόντα. Περίμενα να πάει δέκα γιατί κάθε μέρα έπαιρνε το αφεντικό μου να τσεκάρει εμένα και να πει ιστορίες από το νησί της επανάστασης που έκανε διακοπές με την οικογένειά της. Εκεί ήταν νύχτα την ώρα που έπαιρνε αλλά αυτό ήταν δείγμα απλά του ότι δεν άντεχε την οικογένειά της. Της έλειπε δραματικά το κολαστήριο που είχε φτιάξει για να βασανίζεται και να βασανίζει άλλους. Το μεσημέρι έτρωγα στο Προδόρπιο μόνη και μετά ξαναγύρναγα στο γραφείο. Περίμενα να πάει εννιά το βράδυ για να φύγω. Ένα δικηγορικό γραφείο του Αυγούστου στο κέντρο της Αθήνας είναι ένα μέρος που μπορείς να μην κάνεις τίποτα. Όσο μεγάλωνε ο Αύγουστος τόσο μεγάλωνε η πόλη. Έφυγαν οι φίλοι μου για τα νησιά τους, οι συνεργάτες του γραφείου για τις θλιβερές ουτοπίες τους κι εγώ γερμανικό. Η πόλη μου φαινόταν τεράστια, οι δρόμοι απλωμένοι χωρίς τα εκατομμύρια εμπόδια τους ηρεμούσαν το μάτι μου. Η Σόλωνος τόσο όμορφη, ευθεία. Πρώτη φορά εκείνες τις μέρες παρατήρησα ότι υπήρχαν γυναίκες που έκαναν πιάτσα στη Σόλωνος. Μπορείς να παρατηρήσεις τα πάντα πιο εύκολα στην Αθήνα του Αυγούστου. Δεν πάσχει το μάτι από το horror vacui του υπόλοιπου καιρού. Βέβαια βλέπεις κυρίως εκείνους κι εκείνες που υποχρεώθηκαν να μείνουν, που υποφέρουν, που δεν έχουν που να πάνε, που είναι μόνοι και υποφέρουν στο δρόμο, γιατί είναι χειρότερα να υποφέρουν μόνοι στο σπίτι. Ένα απόγευμα κατεβαίνοντας στη λογοτεχνία της Πολιτείας ανακάλυψα ένα παράνομο ζευγάρι. Παράνομο για όλους τους λάθος λόγους. Ορκίστηκα ότι δεν θα το πω και δεν το είπα ποτέ. Όμως μου έδωσε μια φοβερή ιδέα. Να κάνω κι εγώ κάτι εφήμερο, κρυφό, παράνομο για όλους τους λάθος λόγους. Πήρα τον πρώην μου τηλέφωνο. Ήταν κάποιο χάπι τελευταίας τεχνολογίας αυτό που είχα πάρει και μου επέτρεψε να ξεχάσω τα πάντα για να τον πάρω τηλέφωνο.
Να ξεχάσω ότι ποδοπάτησε κυριολεκτικά κάτι λουλούδια που του πήγα δώρο επειδή καθυστέρησα, στο τρίτο ή τέταρτο ραντεβού μας, να ξεχάσω τις παρατηρήσεις για τα ρούχα μου, τους τρόπους μου, τα βλέμματά μου, τα γέλιο μου, τις ανάσες μου. Να ξεχάσω, να ξεχάσω, να ξεχάσω, να ξεχάσω. Να ξεχάσω ότι με κλείδωσε σε ένα δωμάτιο για 4 ώρες, με έφτυνε και τράβαγε βίντεο τα κλάματά μου. Να ξεχάσω ότι αφού τον χώρισα από υγιές ένστικτο επιβίωσης, ερχόταν κάτω από το σπίτι μου, χτύπαγε τα κουδούνια της πολυκατοικίας και απειλούσε ότι θα αυτοκτονούσε εκεί στα σκαλιά της εισόδου.
Να ξεχάσω αυτόν τον όμορφο γεμάτο νόημα εφιάλτη που μου άφησε. Το στόμα μου γεμάτο γυαλιά σπασμένα κι εγώ να προσπαθώ απεγνωσμένα να μην τα καταπιώ. Τόσο συμβολικός που ακόμη με συγκινεί κάθε φορά που τον βλέπω. Τα ξέχασα όλα. Ήμουν ελεύθερη έτοιμη να κυλιστώ σε αυγουστιάτικα σεντόνια χωρίς δεσμεύσεις. Ήμουν σίγουρη ότι οι φίλοι μου δεν θα το μάθαιναν και έτσι δεν ντρεπόμουν. Θα έφευγα τις επόμενες μέρες κι εγώ. Κι έτσι δεν φοβόμουν.
Βρεθήκαμε. Όλα ήταν τέλεια. Παρουσιάστηκα άτρωτη και δυναμική και ήμουν σίγουρη ότι τον έπεισα. Δεν σκέφτηκα ότι δεν τον ένοιαζε.
Έφτασα να πιστέψω ότι άλλαξε από τον έρωτά του για μένα, όλες μπορούμε να γελάμε με τον αφελή μας εαυτό. Αλλά την τρίτη μέρα κατά τας γραφάς συνέβη κάτι. Με πήγε στη δουλειά. Με ένα στρογγυλόφαναρο Χόντα πενηντάρι μπλε. Στην εξάτμισή του εκείνη τη μέρα κόλλησε το δεξί μου πόδι. Η φράση κάηκα στην εξάτμιση δεν αποδίδει αυτό που έπαθα. Αυτό που έπαθα θυμίζει τα τραύματα που περιέγραψαν οι βετεράνοι του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου. Γυμνή, καμένη σάρκα, ώρες πυρετός 40 μέσα σε λίγες ώρες, πύον. Τότε όμως είδα. Ο άνθρωπος θύμωσε που κάηκα Έχω πολλή δουλειά στο γραφείο( που να ήξερε). Ξαναείδα. Τρόμαξα. Φοβήθηκα. Κάηκα. Ντράπηκα.
Έφυγα γρήγορα. Περίμενα το τηλέφωνο των δέκα από την Κούβα. Πρέπει να φύγω από την Αθήνα, είπα. Κάτι μου συνέβη. Κάτι μου είχε συμβεί πραγματικά, αλλά μήνες πριν. Δεν είχα καταφέρει να το κάνω κάτι. Μόνο είχα καταφέρει να γλιτώσω τότε. Από κει και πέρα ταξίδεψα μακριά κι έκλαιγα μέρες, τρόμαζα και ξανατρόμαζα όταν σκεφτόμουν που είχα βρεθεί. Έλεγα στους άλλους ότι έφταιγε ο πυρετός, το έγκαυμα, η κούραση. Η ανακούφιση ήρθε στο τέλος, άργησε πολύ να έρθει. Δεν είπα ποτέ σε κανέναν τίποτα, αλλά πολλές φορές κοιτάω και βλέπω ότι χρειάστηκαν ένας Αύγουστος στην άδεια Αθήνα, μήνες μετά την κακοποίηση, ένα παράνομο ζευγάρι κι ένα έγκαυμα τόσο δυνατό που ποτέ δεν ξαναφύτρωσε τίποτα εκεί, για να αρχίσω να νιώθω.
*ΑΚ
**φωτογραφία: από την ταινία ”Οι απέναντι” (1981) του Γιώργου Πανουσόπουλου.
