Δεν ξέρω πως είναι να μην έχεις βαθιά συναισθήματα.
Και αυτό το τίποτα που αισθάνομαι,
με κατακλύζει.
Σύλβια Πλαθ
«Κοίτα, δεν θα πάει κάπου αυτό. Αν δηλαδή δεν θέλεις να με δεις να γεννάω τα παιδιά μας, να βάζω υαλουρονικό στις ρυτίδες σου και να με ξεσκατίζεις, δεν πάμε πουθενά. Δεν φταις εσύ, έτσι είμαι, βλέπεις εγώ έχω φτιαχτεί για να ερωτεύομαι και μόνο, πώς άλλοι άνθρωποι χρειάζονται το νερό και την τροφή, εγώ έχω τον έρωτα, μου είναι το απαραίτητο αμινοξύ για να βγει η μέρα ρε παιδί μου, αλλιώς είμαι και δεν είμαι, παραπαίω. Όχι το σεξ, αυτό δεν με νοιάζει τόσο, μπορώ και μήνες που λέει ο λόγος, σαν κάκτος, άσε που αν κάνω σεξ που μοιάζει με έρωτα μα δεν είναι, κολλάει όλο μου το σύστημα, μετά χρειάζομαι reboot. Για αυτό τα αποφεύγω τα τυχαία γαμήσια, είδες και με εσένα χθες γυάλιζε το μάτι μου, ήρεμα ήθελες να το πας εσύ και εγώ σε γκάζωνα, δεν υπάρχει μέση κατάσταση καλέ μου. Να είσαι καλά, ήσουν υπέροχος, αλλά δεν θα πάει κάπου όλο αυτό, το μεταξύ μας».
Αυτά ήθελα να πω.
Αντ’ αυτού, δεν είπα τίποτα όταν εσύ με αγκάλιασες, προσβάλλοντας με παράλληλα με ένα «εις το επανιδείν», δεν προσπάθησα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και μετά ούτε που γύρισα να σε ψάξω πάνω απ’ τον ώμο μου, μόνο ανέβηκα στο πούλμαν και έκατσα στη θέση 48 – διάδρομος – και ετοιμάστηκα για μια ψυχρολουσία δίχως καν την συντροφιά ενός παραθύρου.
Σε ερωτεύτηκα μέσα σε σαράντα εννιά ώρες και εσύ με βρήκες «υπέροχο άνθρωπο».
Τέσσερις ώρες. Και άλλες τέσσερις, οκτώ. Ύστερα άλλες δώδεκα. Ταξί, λεωφορεία, πλοία και ενώ είμαστε τοποθετημένοι αντικριστά μας χωρίζει ένα Αιγαίο και ολόκληρες οι ζωές που έχουμε περάσει μέχρι να συναντηθούμε.
Έκανα το οδοιπορικό – ατέλειωτος ο δρόμος μου για σένα – και τώρα φεύγω κάπως βιαστικά, όπως μπαίνουν και τα καλοκαίρια, βιαστικά και ατσούμπαλα ενώ εσύ αιωρείσαι γύρω μου με χάρη.
Δέρμα άμαθο, καμένο από τον ήλιο.
Το σίγμα ξεφεύγει μέσα από τις αυλακιές των μπροστινών δοντιών σου. Κίτρινα μάτια που αλλάζουν σχήμα το μεσάνυχτα. Φλούδια στην πλάτη σου και η μικρή ουλή στην κορυφή του αυχένα ή στους πρόποδες του κεφαλιού, ένα κατώφλι προς το κάπου αλλού μέσα σου. Ο τρόπος που μου έσπαγες τα πλευρά, το τεράστιο χέρι σου στωικό, να ανοίγει χωρίς κόπο το στόμα του λιονταριού. Με είχες κλειδώσει εκεί, το σώμα μου μιλούσε μια ακατάληπτη γλώσσα, τα «ναι» και τα «όχι» ένα σύννεφο που συνεχώς αλλάζει σχήμα και όσο εσύ έσμιγες τα φρύδια για να το αποκρυπτογραφήσεις, δεν καταλάβαινες πως εγώ είχα κρεμαστεί από τις βλεφαρίδες σου και θα έκανα ό,τι μου ζητούσαν.
(Δεν ζήτησαν το παραμικρό)
Οι μέρες έφυγαν όπως τα τοπία από το παράθυρο το ΚΤΕΛ στην εθνική, τόσο αχνές. Κάφτρες από τσιγάρα που μας τρυπάνε τα σεντόνια και τους πνεύμονες.
Σε ερωτεύτηκα για σαράντα εννιά ώρες, όσο εσύ με ξεναγούσες στην πόλη, με φιλοξενούσες για λίγο στις γωνιές σου.
Μου φέρθηκες απαλά και σεβάσμια, σαν να είμαι εγώ μια αδέσποτη γάτα που προσπαθείς να της χαϊδέψεις τόσο όσο την κοιλιά, με τάισες, με φίλησες και με κοίμισες στην αγκαλιά σου, ήμουν από κρύσταλλο. Ίσα που με ακουμπούσες, κι όμως εγώ αφέθηκα να μας φανταστώ με την πλάτη σε μεταλλικά ρολά, τα χέρια σου σαν μπαριέρες να με κρατούν ακινητοποιημένη, να έρχονται από το στόμα σου προσβλητικά τα σάλια, περαστικοί να καλούν το εκατό και να μην καταλαβαίνουν πως εμείς αγαπιόμαστε ακριβώς εκεί, μέσα στις βρισιές, μέσα στα παιδικά σου τραύματα και στις δικές μου ενήλικες ανασφάλειες.
Θα σε παρακαλούσα να με σπάσεις. Φαίνεσαι ικανός.
(Αρνήθηκες, με την απλότητα παιδιού που το ρωτούν αν του αρέσει το μπρόκολο.)
Είπες πως να, όταν τον έρωτα μπορούμε να τον αντέξουμε μέσα μας, χωρίς να τον εξηγούμε, χωρίς να τον μοιραζόμαστε και να τον σκορπίσουμε σαν κομφετί μόνο και μόνο για να ανακουφιστούμε από την κάψα του, αν μπορέσουμε δηλαδή να υπομείνουμε το αβέβαιο, αυτό μπορεί να γίνει τέχνη.
Με συγχωρείς που βιάζομαι, είμαι ανυπόμονη εγώ να σε καταπιώ ολόκληρο. Λιμασμένη και καχεκτική, θα μπορούσα να πηδήξω από το κινητό όχημα και να γίνω μια μάζα από κρέας και οστά, μπας και πάψω να αποζητώ τον θάνατο από έρωτα.
(σε παρακαλώ σε παρακαλώ σε παρακαλώ σε παρακαλώ)
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να καταλάβεις την ερωτική ποίηση, άλλος από το να την απαγγείλεις σε εκείνο που λαχταράς, όταν δηλαδή κλέβεις ξένες λέξεις για όσα είσαι πολύ κότα να παραδεχτείς με τις δικές σου πάνω σε υγρά σεντόνια.
Κόκκινο φως, post punk, απ’ τις φαβέλες σε μια παριζιάνικη σοφίτα, μου μιλούσες για τον πρώτο σου έρωτα και ο τρόπος που έλεγες το όνομά της μαρτυρούσε πως είναι και ο τελευταίος σου και εγώ σε κοίταζα ικετευτικά και όταν τελικά πήγες να πλυθείς, έμεινα να σε μυρίζω στο μαξιλάρι και να αφήνω σαν τη νεράιδα των δοντιών από κάτω μερικά δάκρυα για να τα βρεις αφού φύγω και να καταλάβεις.
Να καταλάβεις τι εννοεί ο Ρίτσος όταν γράφει,
«Σε πεινάω. Σε διψάω. Σου δέομαι: κρύψου».
Να καταλάβεις τι εννοώ και εγώ όταν λέω πως μπορώ να ανέβω στις πλάτες σου και να γδάρω τον κόσμο που σε κοιτά στραβά.
(πάλι καλά έχεις δυνατά χέρια να με κρατάς σε απόσταση)
Και να ‘μαι τώρα, φτύνω τούτες τις μικρές μου λέξεις σε χαρτί κλεμμένο απ’ το τετράδιο σου, τις σκουπίζω απαλά από τα χείλη μου και στις προσφέρω με την ελπίδα πως, πέρα από αυτές θα μπορέσεις να δεις και τα διογκωμένα μου αισθήματα, πρησμένα από τη χρόνια φλεγμονή, να τα χαϊδέψεις, απλώνοντας πάνω κομπρέσες τη φροντίδα σου.
οξύ κι’ αλόη
Πρωινές εξυπνάδες, χριστοπαναγίες, ποιητικές βραδιές και παρεξηγήσεις, να σκοτώνεις όλα τα κόκκινα φανάρια καβάλα στην πλάτη μου. Ο Κάφκα, το μουντιάλ και , , να αρπαζόμαστε για την ανακύκλωση, μασάζ στις καμάρες των ποδιών, χαμένες σαγιονάρες, τα μπιμπελό της διαλυμένης σου οικογένειας, ο δίσκος κάτω απ’ το κρεβάτι, το σύνδρομο του σωτήρα, όλες οι κλειδωμένες γυναίκες στη ντουλάπα του Κυανοπώγωνα που φθονώ.
Νόμιζες πως βαριόμουν τις ιστορίες σου, πως θα με έσκιαζε το σκοτεινό σου σπίτι με τις κλειστές πόρτες και τους μουγγούς συγγενείς. Έχεις περίεργες ανασφάλειες. Εντομοφοβία. Ένα περπάτημα όλο οργή, το πιο παιδικό γελάκι.
Είπες για μένα πως σου ήμουν ελαφριά, τόσο μικρή που με δίπλωνες σαν ραβασάκι και με έχωνες στο τσαντάκι σου. Οικεία. Απαλή. Αέρινη.
[Δηλαδή]
αθόρυβη, όχι ικανή να σου γαμήσει τα μυαλά, όχι τόση ώστε να την μισήσεις και άρα ποτέ αρκετή για να την ερωτευτείς.
(εις το επανιδείν)
Τώρα μυρίζω το στόμα του διπλανού κάθε φορά που χασμουριέται και θυμάμαι τη δική σου στυφή γεύση, την αγωνία για το αν σου αρέσουν τα χείλια μου γιατί δεν με φιλούσες αρκετά. Θέλω να βάλω τα κλάματα. Τρώω κράκερς και αναπολώ την πρωινή σου ανάσα.
Το μουνί μου δονείται ακόμα, μπλαβιασμένο και κατσούφικο γιατί σε συμπάθησε. Ήθελε να το γλείψεις κιάλλο, να του συστηθείς κιάλλο, να το χύσεις κιάλλο. Ολόκληρη ήθελα να γίνω η χειρότερη συνήθειά σου, εγώ η τόσο καθαρή και καλοζωισμένη, να νιώθω μπροστά σου άσπιλη σαν το κυριακάτικο τραπεζομάντηλο, το καλό, που περιμένει να το λερώσεις.
(να το σκίσεις)
Η πορσελάνη και το σφυρί. Κρινοδάχτυλα με σιδερογροθιά.
Θα σε ξαναδώ άραγε;
Θα σκουντήξεις βίαια την άσωτη πλευρά μου; Θα μ’ αφήσεις να λειάνω τις αιχμές σου;
Να σε νιώσω να γλιστράς μέσα μου και να γαμάς τις κακές μέρες μακριά;
Όπως το είπες: Όλα περνάνε.
Και η Λίνα λέει, η ζωή η ίδια είναι ένα πέρασμα, [ακόμα και]
ο έρωτας περνά.
Εσύ περαστικός, εγώ
περαστικά.
*Λου
**πίνακας: ”Closed Eyes” (1890) του Odilon Redon.
