Κάθε προσπάθεια να ορίσουμε τι είναι το Σαλιγκάρι έχει ναυαγήσει. Αποφασίσαμε λοιπόν να αποδεχτούμε ότι το Σαλιγκάρι είναι κάτι που αλλάζει διαρκώς κι εμείς τρέχουμε λαχανιασμένοι από πίσω του προσπαθώντας να το κατανοήσουμε και να του δώσουμε αυτό που χρειάζεται για να συνεχίσει να ζει. Λένε πως, αν δεν μπορείς να ορίσεις κάτι, αρκεί να του αφαιρέσεις ό,τι περιττό – εκείνο που θα μείνει είναι η ουσία του:
Το Σαλιγκάρι είναι απολύτως ανεξάρτητο και παράγει πρωτογενές υλικό. Ασχολείται πρωτίστως με τον λόγο και επιδιώκει να χαράσσει καινούριες διαδρομές μέσα στη γλώσσα, την οποία δεν αντιλαμβάνεται ως ένα κλειστό, δεδομένο σύστημα· αντιθέτως, στη δυναμική κίνηση της γλώσσας βλέπει να εκτυλίσσεται ένα παιχνίδι μετωνυμιών, μεταφορών και παρομοιώσεων, ένα παιχνίδι εικόνων, ήχων και λογοτεχνικών ηρώων – για αυτό και το καβούκι του ξεχειλίζει από ποίηση, φωτογραφίες, στίχους και τραγούδια. Δεν είναι όμως ούτε μουσικό εγχείρημα, ούτε φωτογραφικό ή ζωγραφικό, κι ας τα περιέχει όλα αυτά.
Το Σαλιγκάρι είναι μια συλλογικότητα ανθρώπων που διαβάζουν, ακούνε, παρατηρούν, συνομιλούν και γράφουν. Γράφουν για να καταλάβουν, για να επικοινωνήσουν, για να συνδεθούν και να συνδέσουν. Γράφουν γιατί αγαπούν την τέχνη. Τελικά γράφουν, γιατί αυτό μπορούν. Συγκινείται από τις ιδέες της συνύπαρξης και της συνεργασίας, της αλληλεγγύης, της ισότητας. Επιθυμεί να συνδιαλλαγεί με το παρελθόν, και πιστεύει στην ανθρώπινη λογική και στην ελευθερία που προκύπτει μέσα απ’ τον κανόνα. Αλλά το ενδιαφέρει να υπάρχει στο παρόν και να προτείνει εναλλακτικές εκδοχές του.
Το Σαλιγκάρι πιστεύει και στην επιστήμη, απλώς όταν προσθέτει 2+2 βγάζει 5, διότι γνωρίζει πως η αλήθεια δεν είναι μία. Κάτι που μάλλον εξηγείται από την αξία που βλέπει στο παιχνίδι. Ο κόσμος παίζοντας ανακαλύπτεται – το Σαλιγκάρι πιστεύει πολύ σε αυτή την ιδέα, για αυτό και ο Homo-Ludens, ο άνθρωπος-παιχνίδι, είναι η αρχετυπική του φιγούρα. Στα μάτια του Homo–Ludens καθρεφτίζεται η αγωνία μιας διαρκούς ανακάλυψης. Ίσως γι’ αυτό και το Σαλιγκάρι δεν σταματά να ελπίζει – αν και συνήθως αποφεύγει να το ομολογήσει.
Το Σαλιγκάρι πέρα από τη διαδικτυακή του στέγη, τοποθετεί τη φυσική του παρουσία σε ένα διαμέρισμα λίγων τετραγωνικών κάπου στα Εξάρχεια. Εκεί συναντά τον Εαυτό του και τον Άλλον, μέσα από εκείνους τους τρόπους που αισθάνεται ότι το εκφράζουν.
Το Σαλιγκάρι δημιουργήθηκε από το παιδικό όνειρο δύο φίλων, το 2015.
Έκτοτε, κάθε μέρα κι από λίγο, βλέπει αυτό το όνειρο να ανθεί.
συντακτική ομάδα
δαμιανός
Από μικρός του άρεσαν η Ιστορία και οι ιστορίες, με χαρούμενο ή και όχι τόσο χαρούμενο τέλος. Κυρίως όχι και...
Πρώτα τη μετέφεραν με το ασθενοφόρο, έπειτα με τη νεκροφόρα. Η φυσική εξέλιξη των πραγμάτων. Οι σειρήνες του ασθενοφόρου ούρλιαζαν μέσα στη νύχτα. Ο γάτος ξύπνησε πρώτος, αμέσως μετά ο γέρος. Σηκώθηκε. Φόρεσε τη μία παντόφλα, την αριστερή, την άλλη δεν τη βρήκε στο σκοτάδι. Σύρθηκε ως το ματάκι. Η πόρτα του απέναντι διαμερίσματος έχασκε ορθάνοιχτη. Βγήκαν οι τραυματιοφορείς. Τσούλησαν το φορείο ως το ασανσέρ. Την είχαν σκεπάσει με ένα σεντόνι ως το στήθος· τα μάτια της ήταν σφαλισμένα. Δεν χωρούσε. Την κατέβασαν από τις σκάλες. Ο γέρος κοιτούσε τα λευκά μαλλιά της γυναίκας καθώς ανέμιζαν από το φορείο. Ήταν η τελευταία του εικόνα από εκείνη. Πάνω από σαράντα χρόνια γείτονες και δεν πρόλαβε να την αποχαιρετίσει. Το επόμενο πρωί η οικιακή βοηθός γύρισε μόνη. «Γιαγιά πέθανε».
Μεταξύ αενάως αναποφάσιστων και πανικόβλητων αποφασιστικών, αργά πολύ κατάλαβα πώς ήμουν το μαχαίρι, όπου οι πρώτοι χάιδευαν απερίσκεπτα κι οι δεύτεροι κατέβαζαν γροθιά κι όση ζωή.
Πήγα έβαψα τα μαλλιά μου. Πήρα κι ένα σκύλο να μην αυτοκτονήσω. Σηκώνομαι στις έξι το πρωί, κάθε πρωί, πάω τη Ρόζυ βόλτα, τη φοβισμένη-χαρούμενη βόλτα της. Είμαστε φοβισμένες κι οι δυο, στη βόλτα συναντάμε κανένα, ακολουθούμε την ίδια διαδρομή, στρίβουμε αριστερά στο τετράγωνο, διασχίζουμε την πλατεία σιωπηλές. Πίσω απ’ το άγαλμα, το στενό που οδηγεί στην παλιά Τρίλιζα. Στην Τρίλιζα, πολύ θυμωμένη κι έφηβη, είχα ρίξει άγριο φάσωμα με τον Γιαννάκη, του ‘χα σκίσει τα χείλια με τα δόντια, είχαμε πασαλειφτεί για τα καλά στα μούτρα με κόκκινο αλκαλικό αίμα, έκανε πως γούσταρε κι αυτός και δεν σταμάταγε. Όσο παρίστανε τον άγριο, εγώ καταλάβαινα πως ήτανε παρθένος. Η Τρίλιζα τώρα ρήμαξε. Στους ξεφτισμένους σοβάδες της γεννιούνται κάθε τόσο γατιά άρρωστα με τα πλευράκια ανάγλυφα, εκτεθειμένα, έτοιμα να σπάσουν, άρρωστα γατιά που βήχουν και κάνουν τη Ρόζυ να φοβάται ακόμα περισσότερο. Κάνουμε τον κύκλο και επιστρέφουμε στο ήσυχό μας σπίτι, και η Ρόζυ, φαίνεται τότε λίγο να χαίρεται με φοβισμένα μάτια πάντα και μελαγχολικά, ενώ τα κάνει μπροστά στην πυλωτή της πολυκατοικίας που με κόκκινο σπρέι γράφει
[...] Παρατηρεί μια μικρή αχιβάδα, σφηνωμένη σε μια εσοχή του βράχου. Νεκρή εδώ και μέρες. Ίσως και χρόνια. Απλώνει το χέρι του. Την κρύβει στην παλάμη του. Καίει το δέρμα του. Μόλις συνηθίζει τη θερμοκρασία της, την αφήνει στο στήθος του. Στρέφει τα μάτια προς τον Θ. Δεν τον προσέχει. Κοιτά ακόμη τον ορίζοντα και ψιθυρίζει «Χορεύοντας μου ‘δειξες μέσα σε πέντε λεπτά, τι θα πει πουθενά και πως χάνεται ο χρόνος».[1] Συνεχίζει να του χαϊδεύει τα μαλλιά με τους αντίχειρες. Έχουν στεγνώσει από ώρα. Εκείνος γυρίζει το βλέμμα του στα δεξιά, προς τη θάλασσα. Διάφορα ανδρικά κεφάλια τρυπούν την επιφάνεια του νερού. Ο αέρας φέρνει μουρμουρητά και σκόρπια βογγητά από τους διπλανούς κολπίσκους. Ακούν σούρσιμο από βήματα πίσω τους. Το αγόρι ανακάθεται. Ο Θ. ξαφνιάζεται, οι παλάμες του χάνουν απότομα το βάρος του κεφαλιού και μένουν να χάσκουν ανοιχτές ώσπου κλείνει τα δάχτυλά του. [...]
Δεν έψαχνα δουλειά παρά ένα χόμπι Να πά&omeΚρέων Καa;α ψάρεμα, να σκοτώνω ζόμπι Μα κάποιος μ' έριξε έδω πέρα απ' τον φεγγίτη Κι έχασα τον δρόμο Σαν άμυαλο σπουργίτη
Ο νέος δίσκος του Κρέων Κανακάρης μόλις κυκλοφόρησε! Τον περιμέναμε. Τώρα του ευχόμαστε να ταξιδέψει μακριά και πολύ σαν πουλί 🐦 ... περισσότεραλιγότερα
Τρόμαξα να τον γνωρίσω, σωστό ερείπιο. Κύρτωσε, άσπρισε, μάζεψε συνολικώς, αδύνατος σαν τον Άγιο Ονούφριο, αξύριστος κι ακούρευτος με κάτι παλιόρουχα μ’ αποφορά ταβέρνας και μια Μαλαματίνα ανά χείρας. «Εεε, Ασημάκη! Τι χαμπάρια;». Άκουσε-δεν άκουσε, προσπέρασε χαμένος. Εικόνα αθλία, για λύπηση. Τι του ’τυχε; Πώς εγκαταλείφθηκε στη μοίρα του και στη φθορά τέτοιος νάρκισσος του κερατά; Πού πήγαν οι ορέξεις του για μπονβιβεριλίκια;
Έμοιαζε σα στις πλάτες του να κουβαλούσε μια κούραση πασίβαρη, ασήκωτη, αθροισμένη και σωρευμένη, χρόνια καλά απωθημένη, το είδος της κόπωσης που ’χουν όσοι παραιτηθήκαν απ’ όλους κι απ’ όλα, όσοι τα βροντήξαν μετ’ εκρήξεως. Όχι, όχι κούραση από εργασία, η κούραση του παραιτημένου, του άεργου, πώς να στο δώσω να το καταλάβεις; Κούραση ζαρωμένη, όχι αυτή που περνά με το φαΐ και τον ύπνο, η άλλη, η ριζιμιά, από συθέμελη κι αμετάκλητη παραίτηση, αυτό ήταν. Ωωω, σίγουρα σου λέω, αφού φορούσε το μπουφάν το παλαιολιθικό, το λιωμένο, το επί δραχμών αποκτηθέν. Ο Ασημάκης τώρα, που έναν καιρό, θυμάσαι που μας μόστραρε γραβάτες βίντατζ, πουκάμισα μεταξωτά, παντελόνια με τσάκιση από καθαριστήριο και κάλτσες μόνο κασμιρένιες για ν’ αναπνέει εύρυθμα η πατούσα του. Κάτι εμφανώς τον είχε ισοπεδώσει. Ρώτησα από δω, ρώτησα από κει, κανείς δεν γνώριζε τι έπαθε ο παλιός μας φίλος. Μεταξύ μας, ούτε κι ο ίδιος φαινόταν να ’χει πολυκαταλάβει.
Η χρόνια συναναστροφή με την επιθυμία και την απόλαυση εν τέλει αποδεικνύεται τεστ αντοχής στο δηλητήριο του χρόνου. Όλα στην ζωή είναι ισχυρά σαν δηλητήρια: η αγάπη, το μίσος, η επιθυμία, η αρρώστια, η άστεγη καρδιά. Ακόμα κι όταν δεν σε θερίζει σαν το στάχυ, ο καιρός έχει τρόπο να σε διαβρώσει από μέσα, να σε κάνει να είσαι ολοένα και βαθύτερα ο εαυτός σου, μέχρι την στιγμή που θα σε στήσει ασάλευτον πάνω ή κάτω από το μάρμαρο. Στους ίδιους δρόμους, στα ίδια στέκια, μέσα σε μια εικοασετία ένας άνθρωπος σκορπίζει γύρω του ερωτηματικά: Τι τον βρήκε; Πώς κατάντησε έτσι; Αφού όλοι ζουν και κανείς δεν ξέρει να γελάει, τα ίδια και χειρότερα αναρωτιέται κι αυτός: Τι μ' έφερε σ' αυτή την κατάσταση;
Στ' άδεια πλοία, παραμονή Πρωτοχρονιάς, απομένει μία και μόνη βεβαιότητα, για όλους τους χρόνους του κόσμου, καινούριους ή παλιούς: η ζωή θα κυλήσει όπως είναι να κυλήσει, με μικρά διαλείμματα και μεγάλες διάρκειες.
Καθορισμένοι ανεξίτηλα -εγκλωβισμένοι θα 'λεγαν οι απαισιόδοξοι- από βιώματα, επιλογές και επιρροές που προ πολλού ανεπιστρεπτί παρήλθαν. Άλλοι από διαβάσματα, άλλες από ταινίες, όλες κι όλοι από αυτό που φοράμε κατάσαρκα, περιττό να κατονομαστεί, ποιος δεν το γνωρίζει;
Το παρελθόν δεν αλλάζει, ποτέ δεν είχε τέτοιες αλλοπρόσαλλες συνήθειες, φέρει εγγενώς την ιδιότητα του αμετάβλητου και τελεσίδικου, σκληρό ή τρυφερό, θα μένει πάντα τέτοιο. Τα ίχνη του μονάχα μεταβάλλονται. Όσο περισσότερο βυθίζεται κανείς στα πάθη του, συνειδητοποιεί πως, αν υπάρχει σωτηρία, αυτή συνίσταται στην απροσμέτρητη έντασή τους.
ΥΓ. Το μόνο καλό με τα πλοία είναι πώς αποστρέφονται τη λειτουργία πτήσης.