Βανίλιας
Έχω έναν ρυθμό
βαρύ
στρωτό
που με ελκύει·
με παρασέρνει στο στενό το δρόμο.
Από τη μια πλευρά,
βλέπω έναν τροχονόμο
που παλεύει με τα χέρια να μου δείχνει.
Θα πέσω, λέει, πάνω σε ένα δίχτυ.
Έχω ένα πλέγμα στο λαιμό
κι αν καταπίνω,
κάτι μου κάθεται βαρύ
και φτύνω.
Φτηνό τσιγάρο ως το πρωί δεν σβήνει,
σβήνει κι ανάβει
σαν χειμωνιάζει αυτό που πίνω.
Έχω έναν άνθρωπο πικρό
που αναπνέει
ξερά
πίσω μου·
ψηλά,
δεν ξέρω που είναι.
Γυρνάω να τον ιδώ
και φεύγει!
Κάτι στον σβέρκο μου αρχίζει να σαλεύει…
Κρύος ιδρώτας
ολόκληρο με αναστατώνει,
ότι εκείνος θα προλάβει
πρώτος,
να πει το μυστικό της σκέψης της δικής μου!
Αχ γλυκιά, μοναδική μου πένα,
αυτά κάθεται και μου λέει ολοένα.
Ανεμόμυλοι
Κι αν κάποτε σκιαμαχήσαμε
σαν Ισπανοί ιππότες,
θα’ ναι γιατί γευτήκαμε
ομοίωμα θανάτου.
Σαν το κομμένο λεμόνι
κέρινα μαρμαρωμένο,
που πνέει τα λοίσθια·
ακινησία νεκρική.
Κι ας είναι τα πράγματα
έτσι,
όπως τα φέρνει ο χρόνος
κλιμακωτά
να πέφτουν.
Όλα θα πέσουν γρήγορα
σαν τον κορμό του δέντρου,
που μέτρησε τις πιο πολλές
γενιές απ’ τους ανθρώπους.
Κι η σκόνη που θα σηκωθεί
θα αναγεννήσει πάλι,
μέσα σε κρότο δυνατό
ζωή νέα με τόλμη.
Κανίβαλοι
Από το τέλος στην αρχή.
Εμείς είμαστε στη μέση,
στο κέντρο όλων,
πάνω σε έναν οριζόντιο άξονα
μιας ευθείας γραμμής.
Το χέρι τεντώνει δείχνοντας.
Η σκέψη προεκτείνει κρατώντας
το πιο δυνατό· το φονικότερο
όπλο από όλα.
Το άλλο χέρι
το ελεύθερο
μαζεύει,
έρχεται κοντά στο σώμα,
κοντά στο στόμα και
σφυρίζει.
Δίνει το πρόσταγμα.
Όλα είναι έτοιμα.
Όλα είναι όμορφα σχεδιασμένα
πάνω στον άξονα.
Ένα μεγάλο, επιβλητικό ζευγάρι
κέρατα, σχεδιασμένα πάνω από τα κεφάλια μας.
Διακλαδωμένα καφέ γερά κέρατα ενός ελαφιού,
γερού και όμορφου
που στέκει πίσω μας.
Μας γυρνά την πλάτη, αλλά
μας περιμένει·
περιμένει καρτερικά το πρόσταγμα.
Ένα δεύτερο σφύριγμα και
το σχοινί τεντώνει,
το ελάφι προχωρά.
Το σχοινί σφίγγει και μας προσπερνά,
δείχνει να είναι δεμένο κάπου,
μπροστά.
Το χέρι δείχνει ένα δέντρο που ανθίζει,
στέκει μπροστά μας
μια όμορφη αμυγδαλιά.
Εκεί είναι σφιχτά δεμένη
κάθε κοινωνία σαπισμένη.
Τρίτο σφύριγμα.
Το ελάφι προχωρεί ξανά,
ένα βήμα ακόμα πιο κοντά στο όνειρο.
Μια πλάνη σημαδεμένη
από τα χέρια μας
το όνειρο
το ελάφι
το δέντρο
τα σχοινιά.
Δεν ακούω πλέον τίποτα.
Τέταρτο σφύριγμα,
το βλέμμα μαύρο χαμηλώνει,
σφίγγει πιο πολύ η θηλιά,
αδικίες και κρίματα.
Δεν είμαι μόνη· χαμογελώ
κάτω από τη μαζική αρμονία.
Εκρήξεις κόκκινου ουρανού.
*Ειρήνη Παππά
