Θα μπορούσε να έχει πεθάνει. Ίσως να ήταν καλύτερα αν είχε πεθάνει. Ανοίγει τα βλέφαρα. Αφήνει το τιμόνι. Ανοιγοκλείνει τα δάκτυλά της. Ξεμουδιάζουν αργά. Μια γροθιά κοπανά το παράθυρό της. «Τι έκανες, γαμώ το ξεσταύρι σου;». Δεν μιλά. Συνεχίζει να βρέχει βρισιές και γροθιές πάνω στην πόρτα, στο τζάμι, στο καπό. Μια κλωτσιά τραντάζει το αυτοκίνητο. Η γυναίκα πατά το κουμπί και λύνει τη ζώνη της. Κατεβάζει λίγο το παράθυρο.
«Συγγνώμη, συγγνώμη» ψελλίζει.
«Τι συγγνώμη, το διάολό μου; Δες πως μου γάμησες τον προφυλακτήρα».
«Ηρεμήστε, σας παρακαλώ. Παίρνω την ασφαλιστική».
Αυτόματος τηλεφωνητής. Πατά λάθος νούμερο. Την κατευθύνουν σε άλλη γραμμή παραπόνων. Για ατυχήματα δασικής πυρκαγιάς πατήστε τρία. Κλείνει. Καλεί ξανά. Κλασική μουσική από το ακουστικό μπλέκεται με τις βρισιές που ξερνά ο άνδρας. Τα μάγουλα της καίνε. Κοιτά στα δεξιά και τα αριστερά του δρόμου. Πυκνά χορτάρια. Διάφορα διάσπαρτα δέντρα, όλα τους χωρίς φύλλα. Φυλλοβόλα. Πόσα χρόνια έχει να χρησιμοποιήσει αυτή τη λέξη; Πέμπτη ή Έκτη Δημοτικού; Εμείς κι ο κόσμος. Εισπνέει βαθιά. Εκπνέει με δύναμη από το στόμα. Προσπαθεί να θυμηθεί το όνομα της δασκάλας της Πέμπτης Δημοτικού. Δεν ουρλιάζει. Πεταρίζει τα βλέφαρα. Δαγκώνει το κάτω χείλος. Η κλασική μουσική συνεχίζει ακάθεκτη. Παρατηρεί μια ταμπέλα στα δεξιά του δρόμου. Προς εθνική οδό, πέντε χιλιόμετρα. Το τρα δεν υπάρχει. Στη θέση των τριών γραμμάτων έχει φυτρώσει μια τρύπα. Ακόμη τέσσερις διαπερνούν την ταμπέλα σε διάφορα σημεία. Σφαίρες. Αν ο άντρας οπλοφορεί; Βήχας από το ακουστικό. Καλησπέρα σας, πείτε μου, πως μπορώ να σας βοηθήσω; Συνεννοείται.
«Η οδική βοήθεια θα είναι εδώ σε μισή ώρα με σαράντα πέντε λεπτά» λέει στον άνδρα καθώς κατεβαίνει από το αμάξι.
«Γαμώ τα πάντα τους, γαμώ».
Μυρωδιά καμένου λάστιχου ανεβαίνει στα ρουθούνια της. Τα δύο φανάρια του αυτοκινήτου της έχουν σπάσει. Ο προφυλακτήρας της είναι πεσμένος στην άσφαλτο. Αριθμοί προσθαφαιρούνται στο κεφάλι της. Οι πράξεις δεν βγαίνουν για να διορθώσει τη ζημιά.
«Συγγνώμη, ειλικρινά συγγνώμη. Φρενάρατε απότομα και δεν πρόλαβα να σταματήσω» μουρμουρίζει.
«Έπρεπε να κρατάς τη γαμημένη την απόσταση».
«Το ξέρω, το ξέρω».
«Θα χάσω μεροκάματα μιας βδομάδας με τη μαλακία σου».
Ο άντρας κλωτσά τον σπασμένο προφυλακτήρα του αυτοκινήτου του. Φτύνει μια χοντρή ροχάλα. Σκάει με δύναμη δίπλα στο παπούτσι της γυναίκας.
«Τι λυπάσαι μη γαμήσω; Τι λυπάσαι; Μάθετε να οδηγείτε γαμώ το ξεσταύρι μου».
Η γυναίκα βουρκώνει. Δυο δάκρυα ξεφεύγουν από τα μάτια της. Τα σκουπίζει με μια αναστροφή του χεριού της. Τρέμει. Ρουφά τη μύτη της.
«Λυπάμαι τόσο πολύ, αλήθεια».
Ακόμη δύο δάκρυα. Ακόμη δύο ανάσες. Ακουμπά πάνω στο καπό του αυτοκινήτου της.
«Τουλάχιστον εσάς θα σας καλύψουν τα έξοδα» μουρμουρίζει.
Σωπαίνουν. Ο άντρας παρατηρεί το σώμα της γυναίκας να τραντάζεται. Κάθεται δίπλα της. Κοιτά το φορτηγό του με τον σπασμένο προφυλακτήρα, έπειτα, τη ζημιά στο δικό της αυτοκίνητο. Δεν λέει τίποτα. Η γυναίκα μπλέκει τα δάκτυλά της. Πιέζει τις κλειδώσεις. Ο πόνος περνά ως το κόκκαλο. Το δέρμα κοκκινίζει. Τουλάχιστον δεν ουρλιάζει. Ο άντρας ξεφυσά. Σηκώνεται. Ανοίγει το κινητό του. Στέλνει το πρώτο μήνυμα. Βγάζει μια φωτογραφία του αμαξιού του. Τη στέλνει στην ίδια συνομιλία. Έπειτα τραβά μια ακόμη, τον αριθμό πινακίδας του αυτοκινήτου της γυναίκας. Εκείνη δεν μιλά. Συνεχίζει να πιέζει τα δάκτυλά της. Ο άντρας κάθεται ξανά στο καπό του αυτοκινήτου της. Ξεροβήχει. Φτύνει στην άσφαλτο.
«Μια γάτα».
«Ορίστε;» λέει η γυναίκα.
«Πετάχτηκε μια γάτα. Δεν ήθελα να την πατήσω και φρέναρα».
«Καλά κάνατε. Κρίμα να πέθαινε το ζωντανό» μουρμουρίζει η γυναίκα.
Το ποτάμι των αυτοκινήτων συνεχίζει να κυλά στο δρόμο. Οι οδηγοί μειώνουν ταχύτητα όταν περνούν δίπλα τους. Ένα παιδί κολλά το πρόσωπό του στο πίσω δεξί παράθυρο. Γουρλώνει τα μάτια. Μισανοίγει το στόμα του. Η ανάσα του θαμπώνει το τζάμι. Σχηματίζει δύο κουκίδες με τα δάχτυλά του στη θαμπάδα. Το αμάξι χάνεται πριν το παιδί προλάβει να ολοκληρώσει το σκίτσο του. Ακούν το επόμενο αμάξι πριν περάσει από μπροστά τους. Μια παρέα φοιτητών γκαρίζουν στίχους από κάποιο ραπ τραγούδι, άγνωστο σε εκείνη. Περνούν δίπλα από τα τρακαρισμένα αυτοκίνητα χωρίς να τους προσέξουν. Η μουσική χάνεται μετά από λίγο. Η παρέλαση αυτοκινήτων κι οδηγών συνεχίζεται. Κανείς δεν ρωτά αν χρειάζονται βοήθεια. Ο αέρας δυναμώνει. Διάφορες τούφες της γυναίκας μπλέκονται μεταξύ τους. Δεν τις στρώνει.
«Ο δικός σας αερόσακος άνοιξε;» ρωτά η γυναίκα.
«Όχι».
«Ούτε ο δικός μου».
«Δεν τρέχαμε και τόσο πολύ. Δεν πεθαίνεις από τέτοιο τρακάρισμα».
«Για μια στιγμή σκέφτηκα πως θα ήθελα να είχα πεθάνει».
Ο άντρας δεν μιλά. Στρέφει το βλέμμα του στο πρόσωπό της. Παρατηρεί τα υγρά μάτια της. Έπειτα κοιτά προς τα δέντρα στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Μια κουρούνα πετά από ένα κλαδί. Την καταπίνει ο ορίζοντας λίγα δευτερόλεπτα αργότερα. Βγάζει ένα πακέτο από τη μια τσέπη του μπουφάν του.
«Καπνίζεις;»
«Ναι».
«Κάνε τράκα. Ακόμη μια τράκα» προσθέτει ο άντρας και γελά.
Μισό χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπο της γυναίκας. Παίρνει ένα τσιγάρο. Ο άντρας βγάζει με τη σειρά του ένα. Πρώτα ανάβει το δικό της. Τοποθετεί το δικό του ανάμεσα στα χείλη του.
«Παίρνεις βαθιά ανάσα και συνεχίζεις. Απλώς συνεχίζεις» λέει φυσώντας καπνό.
Εκείνη γνέφει. Τραβά μια ρουφηξιά. Χαζεύει τον ουρανό. Είναι ακόμη γαλάζιος. Τα φώτα του δρόμου ανάβουν ταυτόχρονα κι ας μην έχει νυχτώσει ακόμα.
*φωτογραφία: Αυγερινός Τσαλίκης
