Mythos

Τον δάγκωσε στο αριστερό μπούτι. Σαλιάρες, ψιθύρισε. Έτσι του είχε πει η μάνα του πως λένε αυτά τα ψάρια, όταν νήπιο έτρεξε κοντά της, κλαψουρίζοντας για παρόμοιο τσίμπημα, δεκαεπτά καλοκαίρια πριν. Βγαίνει από τη θάλασσα. Στέκεται στην άκρη του κολπίσκου. Σταγόνες κυλούν στο γυμνό του σώμα, μπλέκονται στις τρίχες στα χέρια και τα πόδια του. Στο αριστερό μπούτι έχει εμφανιστεί μια μικρή κοκκινίλα. Δεν την προσέχει. Παρατηρεί τον Θ. Στηρίζεται στους αγκώνες με ένα τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη του. Φορά μονάχα γυαλιά ηλίου και καπέλο. Το στήθος του ξεφουσκώνει σε κάθε φύσημα καπνού. Δεν τον κοιτάζει. Ατενίζει το σφηνωμένο ξερονήσι στη γραμμή του ορίζοντα. Εκείνος περπατά προς το μέρος του. Οι πατούσες του τσουρουφλίζονται πάνω στα καυτά βράχια. Επιταχύνει στα τελευταία βήματα.

Ισιώνει την πετσέτα μπροστά από τα πόδια του Θ. και κάθεται. Ξαπλώνει. Ο Θ. στερεώνει το τσιγάρο στο στόμα του κι ανοίγει τις παλάμες του. Εκείνος τοποθετεί το κεφάλι του ακριβώς στο κέντρο τους. Ο Θ. χαϊδεύει το πίσω μέρος του κρανίου του με τους αντίχειρες. Ο παφλασμός των κυμάτων στα βράχια σπάει τη σιωπή ανάμεσά τους. Λίγο πριν η κάφτρα του τσιγάρου αγγίξει την άκρη της γόπας, ο Θ. τραβά τη μία παλάμη και το σβήνει σε μια πέτρα δίπλα του. Εκείνος σκέφτεται να του πει να μην αφήσει σκουπίδια μα ο Θ. σκύβει και τον φιλά και δεν λέει τίποτα. Συνήθισε να μην ανταλλάσσουν περιττές κουβέντες τους τρεις τελευταίους μήνες. Το φιλί τελειώνει κι ο Θ. απομακρύνει το κεφάλι του. Μαζί χάνεται και η σκιά του. Οι ακτίνες του ήλιου πέφτουν στα μάτια του αγοριού. Τον τυφλώνουν. Στρέφει το πρόσωπό του στα αριστερά. Σκόρπια πετραδάκια στα βράχια, ξερά φύκια, ένα παλιό, χρησιμοποιημένο προφυλακτικό. Τα υγρά μέσα του έχουν ξεραθεί από τη ζέστη. «Μάζεψε τη γόπα σου, μην κάνουμε σκουπίδια» μουρμουρίζει στον Θ. Δεν του απαντά. Σηκώνει τη γόπα και τη ρίχνει σε ένα μισοάδειο μπουκάλι νερού.

Εκείνος προσπαθεί να μην κοιτά το παλιό προφυλακτικό. Παρατηρεί μια μικρή αχιβάδα, σφηνωμένη σε μια εσοχή του βράχου. Νεκρή εδώ και μέρες. Ίσως και χρόνια. Απλώνει το χέρι του. Την κρύβει στην παλάμη του. Καίει το δέρμα του. Μόλις συνηθίζει τη θερμοκρασία της, την αφήνει στο στήθος του. Στρέφει τα μάτια προς τον Θ. Δεν τον προσέχει. Κοιτά ακόμη τον ορίζοντα και ψιθυρίζει «Χορεύοντας μου ‘δειξες μέσα σε πέντε λεπτά, τι θα πει πουθενά και πως χάνεται ο χρόνος».[1] Συνεχίζει να του χαϊδεύει τα μαλλιά με τους αντίχειρες. Έχουν στεγνώσει από ώρα. Εκείνος γυρίζει το βλέμμα του στα δεξιά, προς τη θάλασσα. Διάφορα ανδρικά κεφάλια τρυπούν την επιφάνεια του νερού. Ο αέρας φέρνει μουρμουρητά και σκόρπια βογγητά από τους διπλανούς κολπίσκους. Ακούν σούρσιμο από βήματα πίσω τους. Το αγόρι ανακάθεται. Ο Θ. ξαφνιάζεται, οι παλάμες του χάνουν απότομα το βάρος του κεφαλιού και μένουν να χάσκουν ανοιχτές ώσπου κλείνει τα δάχτυλά του.

«Καλημέρα» τους γνέφει ένας γκριζομάλλης άνδρας με μπλε speedo. Δεν του απαντούν. Ο άντρας αφήνει τα πράγματά του λίγα μέτρα στα αριστερά τους. «Δεν πειράζει να κάτσουμε εδώ, έτσι; Φίσκα τα Λιμανάκια σήμερα». Ο Θ. βγάζει καπνό και ένα χαρτάκι και ξεκινά να στρίβει τσιγάρο. Το αγόρι κάθεται ξανά στην πετσέτα και ξαπλώνει ανάμεσα στα πόδια του Θ. «Κολλάνε τα ρούχα πάνω σου. Αν κάνει τόση ζέστη από αρχές Ιουνίου θα ψηθούμε ως τον Αύγουστο» συνεχίζει ο άντρας και βγάζει το μαγιό του. Ανοίγει ένα ψυγειάκι και βγάζει δυο μπύρες. «Mythos. Η καλύτερη μπύρα στον πλανήτη». Απλώνει το ένα μπουκάλι προς τη μεριά τους. Ο Θ. το παίρνει και γνέφει ένα βουβό «ευχαριστώ».

«Είστε καιρό μαζί;» ρωτά ο άνδρας και πίνει μια γουλιά.

«Σχεδόν τρεις μήνες», λέει ο Θ.

«Όμορφοι οι νεανικοί έρωτες», συνεχίζει ο άνδρας.

Δύο γλάροι κρώζουν πάνω από τα κεφάλια τους. Ο άνδρας πίνει μεγάλες γουλιές μπύρας. Πεταρίζει τα βλέφαρά του. Παρατηρεί την αχιβάδα στο στήθος του ενός αγοριού.

«Μάζευα κι εγώ κοχύλια κάποτε»

«Αλήθεια;» το αγόρι στρέφει το κεφάλι του προς το μέρος του άνδρα.

«Ναι. Σε αυτούς εδώ τους κολπίσκους. Πολλά, πολλά χρόνια πριν. Δεν έχω κανένα, τα χάρισα όλα», μονολογεί ο άνδρας.

Σωπαίνουν. Ο άντρας προσπαθεί να μην κοιτάζει τα δύο αγόρια. Χαζεύει τη θάλασσα. Ο αέρας έχει κοπάσει.  Τα κύματα χαϊδεύουν τον κολπίσκο. Δύο κολυμβητές εμφανίζονται πίσω από έναν βράχο στα αριστερά. Ο ένας χτυπά με δύναμη τα πόδια του στην επιφάνεια της θάλασσας. Ξεσηκώνει νερά και μπουρμπουλήθρες, εκτοξεύει πίδακες νερού προς το πρόσωπο του δεύτερου. Εκείνος του φωνάζει «μαλάκα» προτού χαθεί μέσα στο νερό με ένα μακροβούτι. Δευτερόλεπτα αργότερα ο πρώτος κολυμβητής βουλιάζει μέσα στο νερό. Αναδύονται και οι δύο έπειτα από λίγο. Ο πρώτος πιέζει το κεφάλι του δεύτερου μέσα στη θάλασσα. Εμφανίζεται ξανά. Γελούν και κολυμπούν προς τα ανοιχτά ώσπου χάνονται από το οπτικό πεδίο του άντρα.

Η πλάτη του Θ. έχει πυρώσει. Παίρνει τα χέρια του από το κεφάλι του αγοριού. Ακουμπά το μπουκάλι της Mythos. Το νιώθει χλιαρό στα δάχτυλά του. Δεν πρόκειται να τον δροσίσει. Τινάζεται όρθιος. Το αγόρι σηκώνεται με τη σειρά του. Η αχιβάδα κυλά από το στήθος του. Δεν προσέχει που προσγειώνεται. Ο Θ. προχωρά προς τον κολπίσκο και βουτά στη θάλασσα. Το αγόρι χτενίζει με το βλέμμα του τα βράχια και τις εσοχές τους για να βρει την αχιβάδα. «Έρχεσαι;» Το αγόρι εγκαταλείπει την αχιβάδα και πέφτει στη θάλασσα. Το νερό δροσίζει το καυτό του δέρμα καθώς με απλωτές ανοίγεται όλο και πιο βαθιά, ακολουθώντας τον Θ. που προπορεύεται.

Ο άντρας δεν μιλά. Πίνει μια μεγάλη γουλιά από τη μπύρα. Κοιτά τα δυο αγόρια που κολυμπούν. Φτύνει μια χοντρή ροχάλα στα βράχια. Αφήνει την μπύρα στην πετσέτα του και μπαίνει στη θάλασσα. Ανοίγει το στόμα του κάτω από το νερό και ξερνά όλο το οξυγόνο από μέσα του. Αν κοιτούσε κάποιος τις μπουρμπουλήθρες, θα σκεφτόταν πως κάτω από το νερό, στο σημείο που βρισκόταν ο άνδρας, κολυμπούσαν δύο άνθρωποι κι όχι μονάχα ένας.

[1] «Λευκή Καταιγίδα», στίχοι, μουσική και ερμηνεία: Παύλος Παυλίδης, από το άλμπουμ Αυτό το πλοίο που όλο φτάνει (2010).

*φωτογραφία: Αυγερινός Τσαλίκης

ΑΛΛΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Απέναντι

Έβηξε δυνατά, γεύτηκε αίμα να ανεβαίνει από το λάρυγγα...

τράκα

Θα μπορούσε να έχει πεθάνει. Ίσως να ήταν καλύτερα...

Ακαζού

Πρώτα τη μετέφεραν με το ασθενοφόρο, έπειτα με τη...