Κρυφτό
Τριφυλλένια απόχη γεμάτη τρύπες, η απόχη μου δεν πιάνει πεταλούδες μα κάτι σαν ανθρώπους, ξεγλιστράνε από τις τρύπες και ντύνονται αγκάθια, βγαίνω κι εγώ έξω και φυλάω τσίλιες και παίζω κρυφτό περιμένοντας κάποιος να μου χτυπήσει την πλάτη. Αυτό λοιπόν, ποτέ δε γίνεται, μετράω 5-10-15..100 φτου και βγαίνω, παίρνω την απόχη μου και πιάνω μόνο ολογράμματα και αναμνήσεις από κάτι σαν ανθρώπους. Κάποιον κάποια κάπου με αγκάθινα στεφάνια και μάτια ανόρεχτα και βαθουλωτά. Κοιτάζω τα πίξελ και αναρωτιέμαι αν και εγώ είμαι σάρκινη, με τσιμπάω κάπου κάπου για να βεβαιωθώ ότι δεν υπάρχω μοναχά στο μυαλό μου, μα και τότε όταν «άου» πονάω, ούτε τότε βεβαιώνομαι. Είναι που έχω συνηθίσει να ζω μέσα σε αυτόν τον νευρωνικό λαβύρινθο που λέμε μυαλό και δε βρίσκω εξόδους, μοναχά παιδικά παιχνίδια, ονειροφαντασίες, υποσχέσεις και οράματα του λίγο, του καθόλου, κάμποσο λίγο, κάμποσο καθόλου κι ύστερα ένα τίποτα γεμάτο κάτι. Με έμαθα. Έμαθα να γεμίζω την απόχη μου αόρατα πλάσματα. Ορατές συνειδήσεις και μέλι από μάτσα τσάι.
Βεράντα
Η βεράντα της ύπαρξης, των λιγοστών τετραγωνικών και των διάφανων καλωδίων. Κεραίες και πλέγματα προστασίας μη ξεμυτήσεις και πέσεις στον ακάλυπτο. Τι σε κρατάει; Μια μπαλκονόπορτα κλειστή, ένα κόκκινο τραπεζάκι, δυο καρέκλες κι ένα κακομούτσουνο απροσδιόριστο δέντρο. Τι σε κρατάει, τα χαλαρά σκοινιά για τα ρούχα και ένας πορτοκαλένιος γάτος. Καθόσον γράφεις για αυτά σε μια οθόνη, εκείνος σουλατσάρει, καθόσον σου έμεινε λίγη ηλεκτρική μουσική και λίγα μάου, καθόσον όλη σου η ύπαρξη έγινε ένα παρολίγον και δειλός αέρας, εκείνος σουλατσάρει. Στα λίγα τετραγωνικά, πίσω από το πλέγμα, κάτω από το περίεργο δέντρο, μια έξω μια μέσα. Κι εσύ στέκεις και το βιντεοσκοπείς. Πίσω απ’ άλλη οθόνη, μήπως κλέψεις λίγη χαρά.
*Γαρουφαλιά Στέτου
