Αυτό το κλειστό σπίτι
κρατούσε την έκφραση μιας περασμένης ευτυχίας.
Γιατί μερικά σπίτια είναι σαν πρόσωπα,
έχουν αυτή τη δύναμη, να εκφράζονται,
ακόμα και όταν οι άνθρωποι τα εγκαταλείπουν.
Ο ήλιος τρυπώνει μέσα στη σκόνη
και ζωγραφίζει τα μωσαϊκά χαμόγελά τους,
τα ξύλα και τα αλουμίνια τρίζουν γεμάτα καλοσύνη,
ο αέρας λέει μυστικά κάτω από τις πόρτες,
τα μάρμαρα θυμούνται, τα τζάμια ραγίζουν,
τα δέντρα φουντώνουν ακλάδευτα.
Αυτό το κλειστό σπίτι
είχε σπλάχνα·
το καταλάβαμε μόνο όταν γκρεμίστηκε,
γέμισαν τότε οι γύρω δρόμοι με χώματα-αίματα,
για μέρες ολόκληρες, δεν έλεγαν να ξεβάψουν
(περπατούσα πάνω τους και σκεφτόμουν ότι
πατώ πάνω στο αίμα του σπιτιού μου).
Αυτό το κλειστό σπίτι
αναλήφθηκε ένα πρωί του χειμώνα,
όπως ήταν, ατόφιο, με τα δέντρα του,
με τα σκαλιά του, με τα φτηνά γύψινα στολίδια του.
Εξαφανίστηκε σαν πλοίο φωτεινό και χαρούμενο,
που όταν πια σβήνει από το βλέμμα σου,
στο βάθος του ορίζοντα,
απορείς αν όντως υπήρξε,
αναρωτιέσαι αν ταξίδεψες στ’ αλήθεια μ’ αυτό,
δεν ξέρεις εντέλει αν υπάρχεις εσύ ο ίδιος.
*γ.π.
