«Γιάννη…ε, Γιάννη! Είσαι ξύπνιος;» ψιθύρισε ο Σπύρος.
«Τι θες;» απάντησε κάπως απότομα ο αδερφός του.
«Τους άκουσες;!»
«Ναι… πρώτη φορά είναι μήπως; Άσε με να κοιμηθώ…»
«Φοβάμαι, Γιάννη».
«Έπεσαν για ύπνο. Κοιμήσου κι εσύ».
Ο Σπύρος κουκουλώθηκε κάτω από τα σκεπάσματα. Έκλεισε τα μάτια του, αλλά αδυνατούσε να ηρεμήσει. Κουνούσε τα πόδια του νευρικά. Γύρισε μπρούμυτα κι έχωσε το κεφάλι του κάτω από το μαξιλάρι. Οι φωνές είχαν γίνει συνήθεια στο σπίτι. Όμως, υπήρχαν βραδιές που οι ήχοι άλλαζαν συχνότητα. Όχι τόσο συχνά — ίσως σπάνια — ωστόσο συνέβαινε. Ο πατέρας ξεστόμιζε βρισιές κι έπειτα έσφιγγε τα χείλη του κι έσπαγε ό,τι έβρισκε μπροστά του, συνήθως γυαλικά. Μια φορά είχε κάνει κομμάτια μια βιντεοκασέτα του Ψάλτη. Μόλις προχθές, η μητέρα πάτησε στην κουζίνα ένα κοφτερό γυαλί που είχε απομείνει σε μια γωνία κι έτρεχαν στο νοσοκομείο. Του είχε δώσει τελεσίγραφο.
Στριφογύριζε για ώρα στο κρεβάτι, ώσπου αντιλήφθηκε ότι ο Γιάννης είχε αποκοιμηθεί. Τότε γύρισε ανάσκελα κι έμεινε για λίγο ακίνητος. Μετά βίας ακουγόταν η ανάσα του. Σ’ όλη τη γειτονιά επικρατούσε τώρα απόλυτη ησυχία. Ήταν βράδυ Κυριακής και οι περισσότεροι είχαν πέσει. Μόλις είχε τελειώσει και η «Αθλητική Κυριακή» στην τηλεόραση. Μόνο ένα διαμέρισμα έμενε ακόμα στο πόδι στην απέναντι πολυκατοικία.
Σηκώθηκε ήσυχα. Πηγαίνοντας σχεδόν στα τυφλά, έπιασε προσεκτικά τα ρούχα που είχε προηγουμένως ετοιμάσει η μητέρα του για το σχολείο και βγήκε από το δωμάτιο πατώντας στις μύτες των ποδιών του. Γύρω του, πηχτό σκοτάδι· ο διάδρομος του φάνηκε πιο μακρύς από ποτέ. Δεν άναψε το φως. Βάδισε προς την κουζίνα και ντύθηκε. Άνοιξε με αργές κινήσεις το ντουλάπι με τον χαλασμένο μεντεσέ. Αν δεν το κρατούσες από το χερούλι, έπεφτε. Άρπαξε ένα κρουασάν και μια γκοφρέτα και τα ‘χωσε βαθιά μέσα στην τσέπη του. Ξεκλείδωσε, τράβηξε την πόρτα και χύθηκε στους δρόμους.
Αφού περπάτησε δυο στενά, σταμάτησε να πάρει μια ανάσα. Είδε να ορθώνεται μπροστά του το γήπεδο της πόλης με τον ξεφτισμένο ασπρόμαυρο αετό πάνω από την κεντρική θύρα. Εδώ ήταν το σύνορο που είχε θέσει ο πατέρας. Δεν τους επέτρεπε να ξεφεύγουν πιο μακριά. Όμως, σήμερα ο Σπύρος συνέχισε. Δεν άργησε να βρεθεί στο κέντρο. Ερημιά. Παρατήρησε από μακριά τα φώτα που ξεπρόβαλαν από τα νυχτερινά μαγαζιά. Σίγουρα θα διασκέδαζε κόσμος εκεί. Τα απέφυγε. Έστριψε δεξιά και διέτρεξε το κεντρικό πάρκο. Πάνω απ’ το σκουφάκι του είχε ρίξει την κουκούλα του μπουφάν. Έκρυβε καλά το πρόσωπο του πίσω από το μάλλινο κασκόλ. Δεν ήταν μόνο το κρύο. Σε μερικές γωνίες η μυρωδιά από τα κάτουρα σε χτυπούσε στα ρουθούνια.
Λίγο πριν βγει από το πάρκο, μια παρέα μεθυσμένων νεαρών εμφανίστηκε. Με τα δυνατά τους γέλια έσπασαν την σιωπή της στιγμής. Η προηγούμενη δυσοσμία ανακατευόταν τώρα με αναθυμιάσεις του αλκοόλ. Ο Σπύρος δεν γύρισε να τους κοιτάξει. Με γοργό περπάτημα πέρασε αστραπιαία από δίπλα τους. Ένας από τους νεαρούς τον κοίταξε με περιέργεια και κάτι ψέλλισε. Αλλά κανένας άλλος δεν έδωσε σημασία.
Έφτασε λαχανιασμένος στον σιδηροδρομικό σταθμό. Η μύτη του είχε κοκκινήσει. Κινήθηκε στο πλαϊνό δρομάκι του παλιού κτιρίου, δίπλα από το μικρό παρεκκλήσι και ζύγωσε στην αποβάθρα. Ήταν μόνος του. Αυτή την ώρα μόνο εμπορικές αμαξοστοιχίες διέσχιζαν την πόλη αραιά και που. Προχώρησε προς την άκρη, στο ξύλινο παγκάκι· το τελευταίο του σταθμού στα ανατολικά, κάτω από τη σιδερένια πεζογέφυρα. Αμέσως μετά, στο σημείο που τελείωνε το πεζούλι, ξεκινούσε ένα μικρό χωμάτινο μονοπάτι που περνούσε δίπλα από την περιστροφική πλάκα και χανόταν πίσω στο μηχανοστάσιο. Σ’ αυτό το παγκάκι καθόταν συχνά με τη μητέρα του και ανέμενε την άφιξη του πατέρα του από κάποιο δρομολόγιο. Όταν ξεχώριζε το κόκκινο χρώμα της μηχανής του ιντερσίτι στο βάθος του ορίζοντα, έτρεχε πάνω στην πεζογέφυρα, χοροπηδούσε και κουνούσε τα χέρια του πέρα δώθε. Κι εκείνος, που ήξερε ότι ο γιος του στεκόταν εκεί, ζητούσε ευγενικά από τους μηχανοδηγούς να ανταποδώσουν μ’ ένα παρατεταμένο κορνάρισμα.
Πλησίασε και κάθισε. Δεν είχε τόσο πολύ κρύο όσο άλλες μέρες του Φλεβάρη. Βαρέθηκε και ξεφύσησε. Ξετρύπωσε το κρουασάν από την τσέπη του και το έφαγε. Περπάτησε μέχρι τον διπλανό κάδο για να πετάξει το περιτύλιγμα. Ξαφνικά, άκουσε ομιλίες στο βάθος του μονοπατιού και κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους. Θα ’ταν μάλλον μηχανοδηγοί ή ελεγκτές σαν τον πατέρα του. Ίσως και ο σταθμάρχης. Περίμενε λίγο για να βεβαιωθεί ότι είχαν φύγει. Αφού όλα ησύχασαν επέστρεψε και ξάπλωσε. Μετέτρεψε το κασκόλ του σε μαξιλάρι και έκρυψε τις παλάμες του στο εσωτερικό του μπουφάν. Το λεπτό σφύριγμα του ψυχρού αέρα που τρύπωνε σε κάποια παρατημένα βαγόνια τον νανούρισε.
Σε λίγο τον ξύπνησαν φωνές. Επικράτησε μεγάλη αναστάτωση. Άνοιξε διστακτικά τα μάτια του, αλλά δεν ξεχώρισε ανθρώπινες φιγούρες· τον τύφλωσε ένας φακός που είχαν στρέψει προς το πρόσωπό του. Σήκωσε το χέρι του μπροστά στο φως. Η φωνή του πατέρα του ακούστηκε από μακριά να προφέρει τ’ όνομά του. Μέχρι να γυρίσει το βλέμμα του ο μικρός, εκείνος είχε ήδη φτάσει από πάνω του. Τον συνόδευε η χαρακτηριστική μυρωδιά του Μάρλμπορο. Τον έπιασε με το ιδρωμένο του χέρι, τον οδήγησε στο αυτοκίνητο κι έκλεισε την πόρτα. Πριν μπει κι ο ίδιος, αντάλλαξε κάποιες κουβέντες με δύο άντρες. Φάνηκε να χαμηλώνει το κεφάλι. Πέταξε το αποτσίγαρο και χώθηκε μέσα. Κοίταξε τον Σπύρο από τον εσωτερικό καθρέφτη. «Η μάνα σου ανησύχησε», του είπε. Έβαλε μπροστά τη μηχανή και ξεκίνησε. Στα πρώτα φανάρια άναψε κι άλλο τσιγάρο. Άφησε λίγο το παράθυρο του οδηγού ανοιχτό.
*Γρηγόρης Μάρκου
**φωτογραφία: Αυγερινός Τσαλίκης
