ΕΛΙΤ
Πολύ μοντέρνο και ελίτ στης ποίησης τη φόρμα
να βγάζουν τις πικρίες τους όσοι δεν κάνουν λάθος
κανένα στις απόψεις τους. Θεσπίζουνε τη νόρμα
λαμπροί ποιητές που βλέπουνε θολά μέσα στο βάθος.
Ξέρουν όλα τα μυστικά της ποίησης που ορίζουν,
ποιος βρίσκεται πιο μακριά και ποιος στέκει μπροστά της.
Τα λείψανα περιφρονούν και τα κακά ξορκίζουν·
«στο διάολο η παράδοση και τα ξεβράσματά της».
Και ζούνε ξέγνοιαστοι οι ελίτ μέσα στην ουτοπία
κι απ’ έξω περιφέρονται ραγιάδες και κολίγοι.
Μα η ποίηση όλους τους καλεί με θεία αρμονία—
τη ρίμα, το ύψος, τον ρυθμό κι όλα τα ωραία σμίγει,
προσθέτει και δεν αφαιρεί καμία μελωδία,
κι είναι μια πόρτα ανοιχτή που την περνάνε λίγοι.
ΛΑΖΑΡΟΣ
Αγγελικό πρόσωπο,
φασκιωμένο νεογνό
με βλέμμα στον Ουρανό.
Το φορτίο του βαρύ
απ’ όταν ήρθε στον κόσμο.
Μαζί με την Ανάσταση
χρωστάει δυο Θανάτους.
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ
Άστρο που μόνο σ’ ακουμπά ο τρίσβαθος αιθέρας,
λίγοι σεμνοί και ταπεινοί αυτοί που είναι κοντά σου,
εσύ είσαι της νεοελληνικής ποιήσεως ο Πατέρας,
μα σαν Αράπης κράζουνε τα τωρινά “παιδιά” σου:
«Διακόσια χρόνια πέρασαν για ν’ ακριβολογούμε»,
μαζεύτηκαν οι ανίδεοι κι οι ευτελείς, ας λένε,
εσύ είσαι χώμα πατρικό που επάνω του πατούμε
κι οι στίχοι σου θυμίαμα στο ιερό που καίνε!
Τον υψηλό σου λυρισμό μ’ απλοχεριά προσφέρεις,
κι ο λόγος σου σαν το σπαθί τρυπά τους εγκεφάλους,
Δάσκαλε εσύ, στοχαστικέ, που τα νερά καθαίρεις,
στην άυλη Ιδέα εφορμάς σαν τίγρης του πελάγους.
ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ
Σε είδα από το καφενείο να διασχίζεις την πλατεία.
Ήτανε Κυριακή.
Για μια στιγμή σκέφτηκα πως ίσως πήγαινες στην Εκκλησία.
«Μπα. Αποκλείεται!». Έπειτα όμως θυμήθηκα
τον ευμετάβλητο χαρακτήρα της ανθρώπινης φύσης.
(Και τον δικό σου).
Τελευταία φορά σε είχα δει τυχαία στις εφημερίδες
στα εγκαίνια κάποιου δημόσιου κτιρίου
να χαμογελάς ψεύτικα με την αφρόκρεμα.
Ναι. . .τυχαία!
Πρέπει η τελευταία εφημερίδα που είχα διαβάσει
(πριν σε δω εκεί)
να ήταν ένας Ριζοσπάστης που σου είχε περισσέψει.
Ίσως να κάνω και λάθος.
Ίσως να μη σε είδα από το καφενείο.
Ίσως να μην ήσουν εσύ στις εφημερίδες.
Την πάλη του νου στα γηρατειά δεν την κερδίζει η λογική.
Η μνήμη εξασθενεί, αλλοιώνεται
(στην περίπτωσή σου εκουσίως).
Μακάρι να μη σε έβλεπα από το καφενείο.
Μακάρι να μην ήσουν εσύ στις εφημερίδες.
Μακάρι να σε θυμόμουν πάντα
σαν το κορίτσι εκείνης της Κυριακής στην Αργολίδα.
Τότε που ο ήλιος φώτιζε το αγνό σου χαμόγελο,
τότε που είχες στα χέρια σου το άρωμα από τις πορτοκαλιές
και στον λαιμό σου τη γύρη από τα λευκάνθεμα.
ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ
Βρίσκεται σ’ έναν χώρο χαμηλό. Στην αρχή δεν είναι υψωμένο,
κείτεται, όπως ο νεκρός. . .
Το σώμα του γεμάτο σημάδια, χαρακιές, ουλές, στίγματα. Ένας χάρτης, μια μορφή
που περιμένει ανάγνωση. Καθένας δίνει τη δική του, καθένας το ερμηνεύει
διαφορετικά. Ανασταίνεται. . .
Κάποιοι ερωτεύονται την ομορφιά του, το ωραίο σώμα —ατελές, αλλά ωραίο—
παίζουν με τον ρυθμό και τη μουσική του. Βγάζει φτερά. . .
Κάποιοι ψάχνουν πιο βαθιά, στις σκέψεις του, στους προβληματισμούς του. Κι ας
είναι ρευστά όλα αυτά. Εκείνοι επιμένουν ν’ αναζητούν κάτι πιο πέρα απ’ το
προφανές. Υψώνεται. . .
Έπειτα παύει τη θέασή του, περιμένει υπομονετικά τους επόμενους, κλείνεται στο
κελί του. Ξανακείτεται. . .
Γιατί παραμένει πάντα κείμενο.
Κι ας ξέρουμε ότι στ’ αλήθεια είναι πολλά παραπάνω!
ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ
Άλλη μια νύχτα μπεκρούλιαζες. Είσαι ο Γιώργος, μπορεί κι ο Ηλίας.
Το αλκοόλ τα βράδια σε φέρνει πιο κοντά στον παιδικό εαυτό σου.
Είσαι το γαλάζιο νερό που οι άλλοι το μαυρίζουν με τις τοξίνες τους.
Ρίχνεις μούντζες στον καθρέπτη, για να φύγει το δηλητήριο απ’ τα δάχτυλα.
Κοιτάς στο γραφείο σου την πένα, τα σκόρπια χαρτιά, το μισάνοιχτο βιβλίο.
Ξάφνου ένα παιδί κάπως γνώριμο στέκεται αντίκρυ σου. Σε βλέπει και γελά
με τα χάλια σου. Το ρωτάς ποιος είναι και τι θέλει, μα αυτό συνεχίζει να γελά.
Του εξηγείς την κοσμοθεωρία σου, να προσέχει τους δίποδους λύκους
που τρώνε τη σάρκα από μέσα, του δείχνεις το χάρτινο καταφύγιό σου.
Κι αυτό συνεχίζει να γελά. Γελά μ’ ένα γέλιο μονότονο, σαν στιγμιότυπο,
χωρίς να κινεί το πρόσωπο, ούτε καν τα χείλη. Ο τοίχος στενεύει επικίνδυνα,
βγαίνεις στο μπαλκόνι και γαντζώνεσαι στο κάγκελο, όπως η άγρια καρακάξα
στο κλαδί. Ακόμα γελάει…
«Κάποιος με περιγελά φορώντας ανήλικη μάσκα.
Δεν πάει άλλο, κατεβαίνω!».
Τελικά πήρες δρόμο χωρίς επιστροφή
με εισιτήριο μια παλιά σου παιδική φωτογραφία.
*Αλέξανδρος Δεδιλιάρης
**φωτογραφία: Εαρινή συμφωνία, (1885-1886) του Νικολάου Γύζη, ελαιογραφικό προσχέδιο σε ξύλο
