Την ώρα του Καθήκοντος
Τιμή και Δόξα στους πεσόντες της
υπαλληλικής μάχης, είτε από την πλήξη τη
δική τους είτε ‒κυρίως‒ από την πλήξη
των άλλων.
Υπό του χρέους του δημοσίου το βάρος
ο κυρ-Αντώνης έγερνε μπροστά
σε αμέτρητα χαρτιά και με το θάρρος
του λογισμού αρχινούσε τη δουλειά.
Απάνω στα γραφεία βαριά σκυμμένοι
όλοι οι συνάδελφοί του ν’ απορούν
−«πόσος σωρός ακόμη του απομένει;»−
αρχίσανε κι εστράφησαν να δουν.
Τον είδαν γραφικώς προσηλωμένο.
Χρόνια χλευάζανε τον «λογιστή»,
μες στης ευθύνης το αίσθημα, χαμένο
πίσω από κέρδους και ζημίας τιμή.
Κάποια στιγμή που κάτασπρος εγίνη
ωσάν των αποδείξεων το χαρτί,
μαζεύονται όλοι γύρω του μ’ οδύνη,
έκπληκτοι, φοβισμένοι κι ιλαροί!
Είχε πολλά προσόντα να επιδείξει,
σωστά τη φήμην είχε του ακριβούς,
πως κάποτε θα πέθαινε απ’ την πλήξη
τού ξέφυγε στους υπολογισμούς.
Μια λύση στα προβλήματά του εδόθη
του κυρ-Αντώνη που όπως, τώρα, λεν
«την ώρα του Καθήκοντος ετρώθη»
οι προϊστάμενοι κι όλο τον κλαιν.
Όλοι οι συνάδελφοι, γνωστοί και φίλοι,
συγκινημένοι από τη συμφορά,
πριν στην κηδεία τού ανάψουν το καντήλι,
ακούν τον κυρ-Αντώνη να γελά.
Πουλημένη διαιτησία
Ναι, γεια σας. Θα ήθελα να παραγγείλω μια επιγραφή για την είσοδο:
«CELEBRITY-FREE ZONE:
NORMAL PEOPLE ONLY.»
(Στα αγγλικά καλύτερα. Για να το καταλαβαίνουν.)
Με τον ταμπλά στους ώμους μου πωλούσα πασατέμπο
κι απ’ την εξέδρα μπάνισα πρωταθλητή με τέμπο.
Ξωπίσω του έτρεξα καρφί, γυμνή, μαγνητισμένη,
μα αυτός ο βλάκας γκάζωσε! «Αυτή μου παραβγαίνει!».
«Πρωταθλητής στους ρόλους» ψιθυρίζανε οι δρομείς
κι εγώ το κάπα άκουσα ρο στην τρέλα της στιγμής.
Και λέω πού το πρόβλημα, είναι γνωστή συνήθεια…
Κι αγέρωχη, ως δεν πίστευα φήμες και παραμύθια,
με σταματά και με κρατά κάποιο γνώριμο φάσμα.
Σφυρίζει, ωρύεται, αλυχτά, κόκκινη βγάζει κάρτα.
‒ Μικρή, οι ονόρες ψεύτικες και τα μετάλλια σκάρτα.
‒ Φάσμα, γιατί μου τραγουδάς τέτοιο παράξενο άσμα;
‒ Γύρνα ξανά, κορίτσι μου, στον δρόμο σου τον ίσιο.
Γιατί σε βλέπω να κολλάς κανένα αφροδίσιο!
Τηλεμαχίες
Βγαίνω από το μπάνιο στον κόσμο
με υγρά μαλλιά και συναισθήματα.
Τίποτα δεν έχει προλάβει να στεγνώσει.
Το πυκνό σύννεφο των καυτών υδρατμών με ακολουθεί
σαν τις αμαρτίες μου.
Ο μεγαλύτερος φόβος μου κάθεται
απέναντί μου με τα πόδια του προκλητικά ανοιχτά
και με καρφώνει με το χαιρέκακο βλέμμα του
που καθρεφτίζει επίμονα κάθε μου αδυναμία
ενόσω πολύχρωμες σάλτσες ξεχύνονται
μέσα από το ανοιγοκλεινόμενο,
σε διαφορετικούς και απρόσμενους κάθε φορά συνδυασμούς, υπομειδιάζον στόμα του.
Καταβροχθίζει με λαιμαργία το βραδινό μου.
Τηλετσατσάδες πωλούν όσο όσο αγοραίους έρωτες
ευεπίφορων ημισελεμπριτάδων.
Καταφεύγω στη γωνιά του γραφείου μου.
Ζωγραφίζω μοτίβα υπομειδιώντας λοιπόν κι εγώ.
Αναρωτιέμαι αν ο έρωτας είναι πάντα μπαλόνι.
Με ηρεμεί αυτή η σκέψη.
Πού να ακουμπήσεις όμως το βάρος της έλλειψης;
Τα έκπληκτα, τα αμήχανα παιδικά βλέμματα
μπροστά στην ελλειπτική τροχιά του κόσμου;
Περιήλιο ή αφήλιο,
το ζητούμενο είναι πάντα ο ήλιος.
Όμως το μόνο που απέμεινε για βραδινό
είναι η υπερβολή των πλαστικών αυτοπεποιθήσεων.
Φαρμακωμένα στομάχια
κι η ζωή συνεχίζεται.
Προετοιμάζω την Ελένη για το αυριανό μάθημα.
Ο Σεφέρης ξηλώνει ξανά τα αδειανά πουκάμισα
και πλέκει ομορφιά.
Η γάτα μου επιδίδεται σε παροξυσμικές τούμπες.
Είναι αλλεργικό στο ψέμα το δόλιο.
Δεν φοβάμαι όμως.
Η αλήθεια είναι αυτή που σκοτώνει.
Παραφωνίας αλαλαγμοί
Για ‒πάσης φύσεως‒ κρι…
Βαριοπατούν οι κριτικοί μας
με παχουλάς πολύ τας κνήμας,
σωριάζονται στους καναπέδες
και κλυδωνίζονται οι σουμιέδες!
Αφ’ υψηλού κοιτούν το θύμα:
‒ Αυτό μας έφερες για ποίημα;
Μια πλευρική ματιά μάς ρίχνουν,
καμιά επιείκεια δεν δείχνουν.
Κι έπειτα βγάζουν τα γυαλιά τους,
τα ρίχνουν απ’ τη συμφορά τους,
ρουφάνε νευρικά τη μύτη,
μιμούνται το ύφος του προφήτη
και μ’ αντιπάθεια μας μιλάνε.
Ειρωνικά χαμογελάνε,
τα μάτια τους φωτίζει λάμψη
απ’ του ποιητή την άθλια κάμψη.
‒ Μα ο κόσμος δεν σας μνημονεύει,
σε μας προσφέρουνε τα σέβη!
Βαριοπατούν οι κριτικοί μας
μα η νίκη αυτή είναι δική μας.
Το καύκαλο
Με ασάλευτο το χέρι του, μέσα στην οστεοθήκη
των αιώνων την ανάπαυση ήρθε να μου ταράξει
παράξενος ποιητής, το καύκαλό μου είχεν αδράξει
γνωρίζοντας καλά –ο μωρός!– του ερέβους τη συνθήκη.
Με ξύπνησαν, με σήκωσαν, θα μπω στο χωνευτήρι
εσκέφθην, μα με τύλιξαν σε μιαν εφημερίδα
κι ο ξύπνιος ποιητής που έγραφε για αγάπης ηλιαχτίδα
μ’ έβαλε στο γραφείο του, της τέχνης εργαστήρι.
Ήσυχο καθώς μ’ άφησαν να βλέπω ό,τι μπορούσα,
να θυμηθώ κατάφερα ζωηρά κάποιο κρεβάτι
σ’ άσπρο κρεβάτι πέφτοντας το δύστροπό μου μάτι⸱
της τελευτής δεν ήτανε, μα τι ήταν εξεχνούσα…
Τα χρόνια που περάσανε γύρευα να μετρήσω
κι ο απαγωγεύς κι ο φίλος του μπήκανε στο δωμάτιο,
μ’ έδειξε, με συνέστησε σαν τον μεταθανάτιο
φίλο που γλίστρησε ατυχώς απ’ της ζωής το γείσο.
Ο φίλος υποκλίθηκε κι έβγαλε το καπέλο,
κατόπιν μου το φόρεσε κι άναψε ένα τσιγάρο,
το σφήνωσε στα δόντια μου κι άρχισα να φουμάρω.
Γελάνε⸱ εγώ μια στωική ματιά τους αποστέλλω.
Ώρες ολόκληρες να ξεστομίζουν λόγια νίκης,
άκουγα κι έβαζα πικρό χαμόγελο στα χείλη,
για τις γυναίκες, τα βιβλία μιλούσανε οι δυο φίλοι
σαν να μην έστεκα εγώ δίπλα, κρανίου μπάλα φρίκης.
Έφυγαν και γυρίζοντας μεσάνυχτα μονάχος
ο ποιητής μου έριξε, χλωμός, ανήσυχο ένα βλέμμα
‒σα να ξεχείλισε άξαφνα το καύκαλό μου με αίμα‒
και το παράθυρο άνοιξε, θα μ’ έριχνε με τάχος,
μα τότε εκάρφωσα πιο μαύρο και βαθύ το μάτι
στα μάτια του, μ’ ακούμπησεν απάνω στο πεζούλι
κι όλη τη νύχτα πρόσεχα, φυλώντας καραούλι,
πώς στριφογύριζε άγρυπνος απάνω στο κρεβάτι.
Και το πρωί πίσω ξανά στην ποθητή γαλήνη
της οστεοθήκης! Ακουμπώ το χέρι στο σαγόνι
στοχαστικά σκεπτόμενος μέσα από το κασόνι
την περιπέτεια που έζησα, το πάθος μου που εγίνη.
Ακόμα συλλογίζομαι τα ερωτικά τραγούδια
χαράς, το ημερολόγιο, το κρεβάτι απέναντί μου
που μια ιστορία μου θύμισε απ’ τη μακρινή ζωή μου
καλοθαμμένη, ελόγιζα, στης ιστορίας τα χνούδια.
*εικόνα: Manoela Medeiros, Ήπειρος ΙΙΙ.
