Απέναντι

Έβηξε δυνατά, γεύτηκε αίμα να ανεβαίνει από το λάρυγγα στο στόμα του. Σηκώθηκε, πήγε ως το μπάνιο κι έφτυσε κόκκινο φλέμα στο νιπτήρα. Άνοιξε τη βρύση και άφησε το ζεστό νερό να ξεπλύνει την πορσελάνη. Επέστρεψε στην καρέκλα του σκηνοθέτη στο μπαλκόνι. Σήκωσε το πακέτο τσιγάρα από το τραπεζάκι, το ζύγισε στο αριστερό του χέρι, το έφερε πάνω από το κεφάλι του. Υπολόγισε σε ποιο διαμέρισμα της απέναντι πολυκατοικίας θα εκτοξευόταν αν το πετούσε. Ίσως αν το έριχνε με όλη του τη δύναμη να έπεφτε στο μπαλκόνι του παλιού του σπιτιού στον τρίτο όροφο. Δίστασε για μια στιγμή. Κατέβασε το χέρι, το κούνησε νευρικά για να κάνει αέρα στο πρόσωπό του. Χαράματα και έβραζε στο πετσί του σαν να ήταν μεσημέρι. «Γαμημένε Ιούλη με την κουφόβρασή σου». Μπορούμε να βρεθούμε αύριο να μιλήσουμε; Δεν μου έχει τελειώσει ακόμα, το μήνυμά του ήταν ακόμη αδιάβαστο κι ας έβλεπε τον άλλο ενεργό στην εφαρμογή. Πάτησε τη λειτουργία πτήσης.

Η εξάτμιση ακούστηκε ως τον τρίτο. «Άργησες σήμερα», μουρμούρισε και έσκυψε να κοιτάξει προς την πυλωτή της απέναντι πολυκατοικίας. Ο πρώην του πάρκαρε το μηχανάκι του στο γνωστό σημείο πάνω στο πεζοδρόμιο. Τι κι αν εκείνος είχε καλέσει έξι φορές την αστυνομία τις τελευταίες δυο μέρες. Ούτε μισός μπάτσος δεν είχε έρθει για να του κάνει επίπληξη. «Σου ‘χω πει ρε μαλάκα να φοράς μακρύ παντελόνι όταν ανεβαίνεις στη μηχανή», ψιθύρισε όταν πρόσεξε το λευκό φανελάκι και τη βερμούδα που φορούσε. Ο πρώην του τύλιξε το τιμόνι με την αλυσίδα και την πέρασε στα κάγκελα του ψευτομπαλκονιού του ισόγειου διαμερίσματος. Έβγαλε το κράνος και άρχισε να ψαχουλεύει το τσαντάκι που είχε περασμένο στον ώμο. Το φως του δρόμου έκανε το ιδρωμένο δέρμα του να λαμπυρίζει, στους ώμους, τον λαιμό, τα μπράτσα του. Ο άντρας στο μπαλκόνι άπλωσε το δεξί χέρι και το ακούμπησε στο μπούτι του, ακριβώς δίπλα στον καβάλο. Ξεροκατάπιε. Άφησε την κάφτρα να καίει το τσιγάρο κι ας ήταν το προτελευταίο στο πακέτο. Ο άλλος βρήκε τα κλειδιά κι άνοιξε την εξώπορτα της απέναντι πολυκατοικίας. Δεν μπήκε μέσα. Εξάτμιση από μηχανή αγκομάχησε ανεβαίνοντας το στενό. Πάρκαρε έξω από την απέναντι πολυκατοικία. Ο μελαχρινός οδηγός κατέβηκε, πλησίασε τον άντρα στην εξώπορτα. Φιλήθηκαν, του χούφτωσε τον κώλο. Εκείνος του δάγκωσε το αυτί. Γέλασαν και μπήκαν μαζί μέσα.

Ο άντρας επέστρεψε στην καρέκλα του, τράβηξε την τελευταία ρουφηξιά. Ξέσπασε σε νέο κύμα βήχα. Πέταξε τη γόπα χάμω. Υπολόγισε πόση ώρα χρειαζόταν για να φτάσει το ασανσέρ στον τρίτο, να μπουν στο παλιό διαμέρισμά του, να πάνε στο πρώην δωμάτιό του. «Μην ανάψετε κλιματιστικό. Ανοιχτό παράθυρο απόψε», επαναλάμβανε. Τα παράθυρα στο απέναντι διαμέρισμα του τρίτου φωτίστηκαν. Τα παντζούρια κατέβηκαν με φόρα και κοπάνησαν στο μάρμαρο. Ο γδούπος τους έφτασε ως τα αυτιά του άντρα. Το φως χάθηκε πίσω από τις γρίλιες. Ο άντρας μπήκε μέσα. Έβγαλε για λίγο το κινητό από λειτουργία πτήσης. Το μήνυμα ήταν ακόμα αδιάβαστο. Πέταξε το κινητό στον καναπέ και κλώτσησε τη βαλίτσα του. Έχασκε ακόμη ανοιχτή στη μέση του δωματίου. Τα μισά ρούχα του ήταν τσαλακωμένα μέσα της, τα άλλα μισά χυμένα στο κρεβάτι. Ίσως τα μάζευε αύριο, ίσως όχι. Δεν είχε πού να πάει πια. Κάθισε στον καναπέ κι άνοιξε την τηλεόραση. Στο πρώτο κανάλι έπαιζε ταινία. Το ταξείδι του μέλιτος έγραφαν οι πληροφορίες. Την είχε ξαναδεί, μαζί του, σε κάποιο από τα πρώτα τους ραντεβού. Τον έσερνε σε τρίωρες και τετράωρες ψαγμένες ταινίες για να το παίζει σπουδαίος. Ανέβασε την ένταση της φωνής. Τα χρώματα έβαφαν τους τοίχους και το ιδρωμένο πρόσωπο του όπως άλλαζαν μέσα στην οθόνη.

«Όταν τελειώσει ο έρωτας σου μένει πολύς χρόνος», άκουσε την ατάκα μια γριάς. Το κινητό του δονήθηκε. Μήνυμα από εκείνον. Δεν άνοιξε την συνομιλία. Το ακούμπησε ανάποδα στο τραπεζάκι. «Αύριο», είπε. Το κινητό δονήθηκε για λίγο ακόμα. Μετά σταμάτησε. Σηκώθηκε και βγήκε. Το γυάλινο τασάκι δρόσισε την παλάμη του. Στάθηκε στην άκρη του μπαλκονιού και το πέταξε με όλη του τη δύναμη προς το μπαλκόνι του απέναντι διαμερίσματος. Το τασάκι έσκασε πάνω στο παντζούρι του πρώην δωματίου του κι έγινε θρύψαλα. Ο συναγερμός άρχισε να ουρλιάζει. Φώτα άναψαν τριγύρω. Ο άντρας άρχισε να βήχει δυνατά. Έβαλε το δεξί του χέρι μπροστά στο στόμα του. Σταγόνες πηχτό αίμα πετάχτηκαν. Επέστρεψε στο σαλόνι και άναψε το τελευταίο τσιγάρο. Έπεσε στον καναπέ. Η βρεμένη από τον ιδρώτα μπλούζα κόλλησε στο δέρμα του. Ανατρίχιασε. Η οθόνη έδειχνε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων να κυνηγιούνται σε μια παραλία. Πάτησε το κόκκινο στο τηλεκοντρόλ κι η οθόνη μαύρισε. Έμεινε να καπνίζει στο σκοτάδι. Ο βήχας δεν έλεγε να σταματήσει.

*για τον Γιώργο Πανουσόπουλο και τις ταινίες του που αγαπήσαμε

**φωτογραφία: Αυγερινός Τσαλίκης

ΑΛΛΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

τράκα

Θα μπορούσε να έχει πεθάνει. Ίσως να ήταν καλύτερα...

Ακαζού

Πρώτα τη μετέφεραν με το ασθενοφόρο, έπειτα με τη...

Mythos

Τον δάγκωσε στο αριστερό μπούτι. Σαλιάρες, ψιθύρισε. Έτσι του...