Πέθανε, είπαν. Πεθαίνουν οι θρύλοι, μωρή; Θα το έσκασε όλο κάτω τη Συγγρού, ίσα με τη θάλασσα. Πριν φύγει θα στάθηκε για μια στιγμή μονάχα, εκεί, ανάμεσα στις πικροδάφνες. Το κεφάλι ψηλά, πάντα ψηλά. Θα κοίταξε τον καρκίνο. Θα σήκωσε το μεσαίο δάχτυλο. Θα του έβγαλε τη γλώσσα. Ίσως να του έριξε και καμιά ροχάλα. Δεν φοβήθηκε ποτέ της, μήτε μπάτσο, μήτε άλλη εξουσία, στο θάνατο θα μάσαγε; Ύστερα θα έκλεισε το μάτι σε κάποιο περαστικό τσολάκι. Εκείνο θα σταμάτησε να την καυλαντίσει. Θα την κέρασε ένα τσιγάρο. Ρουφηξιά βαθιά. Σαν τέλειωσε, θα το έριξε χάμω, στην άσφαλτο. Τακ, θα το πάτησε με το τακούνι της. Θα καβάλησε τη μηχανή του. Θα γύρισε να κοιτάξει πίσω. «Μην ξεχνάτε να ζείτε, παιδιά. Η ζωή είναι καύλα». Θα τύλιξε τα χέρια της γύρω από τη μέση του. Θα του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Θα γέλασε εκείνο. Εκείνη θα έγειρε το κεφάλι στην πλάτη του. Γκάζι. Τα ξανθά μαλλιά της θα ανέμισαν. Και θα χάθηκε στη νύχτα. Πεθαίνουν οι θρύλοι, μωρή; Οι θρύλοι είναι για πάντα.
*στην Πάολα, για τους δρόμους που άνοιξε
