Το μαραμένο ρόδο

Πάνω στην ακανθώδη

σάρκα του χαροπαλεύουν

οι σκισμένες αρτηρίες –

σαν ξεθωριασμένες κορδέλες.

Το πένθος μιας αγάπης,

από τη σύλληψη νεκρής,

μοιρολόι ψέλνει

κάτω από τη σιγή του ουρανού.

Τα πέταλα μούσκεψαν

με το άρωμα της λησμονιάς.

Αναθυμιάσεις μεταλλικές

θυμιάτισαν το κίτρινο χώμα.

 

Το ρόδο στράγγιξε,

σταγόνα σταγόνα,

τον πορφυρό πίδακα.

Μαράθηκε.

 

Γιώργος Δρίτσας

ΑΛΛΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Την πιο βαθιά ώρα της νύχτας

Τον Αύγουστο την πιο βαθιά ώρα της νύχτας μια λιτανεία σπάει...

οξύ κι’ αλόη

Δεν ξέρω πως είναι να μην έχεις βαθιά συναισθήματα....

Αθηνά Αραπάκη, Δύο ποιήματα

Success Story Η Ελλάδα είναι αναμφίβολα μια ιστορία επιτυχίας. Στα είκοσι έξι...

Μιχάλης Αντωνιάδης, Δύο ποιήματα

Πόλη, σε βλέπω Σ’ αυτήν την πόλη που δεν ξέρω...