Τά πιό μεγάλα δεκαπέντε δευτερόλεπτα.

Τά πιό μεγάλα δεκαπέντε δευτερόλεπτα.

 

ἔνοικος τώρα τοῦ παντοτεινοῦ,

κεκυρωμένος.

(Τ. Σινόπουλος, «Περίπου βιογραφία», Νεκρόδειπνος)

 

Καθώς ξερνοῦσε τοῦ ἠφαιστείου ἡ οὐρήθρα

καπνoύς πυκνούς, θραύσματα πέτρας καί ἀέρια,

τοῦ Τίτου Κλαύδιου στο μυαλό μπῆκε ἰδέα

νά βγεῖ μιά βόλτα στά προάστια τῆς Πομπηίας.

Ἔσφυζε ὁ τόπος ὀμορφιά καί τιτιβίσματα

ἀπό κοπάδια καρδερίνες καί σταρῆθρες,

ἐνῶ τό ὑπέροχο τοπίο στεφανώνανε

οἱ ἀμπελῶνες πού πολλά χρόνια ἀργότερα

θά φημιζόντουσαν γιά τό Lacryma Christi.

Τριακοντούτης ἦταν ἀπ’ τό Herculaneum

καί ἦταν δύο χρόνια στήν Πομπηία πλέον σέμπρος,

γι’ αὐτό τό αἷμα ἔβραζε ἀπ’ τήν ἀδικία.

Ἀργοῦσε νἄρθει ἡ παντρειά κι ὅλο σκεφτόταν

γυμνά κορίτσια ἢ κι ἀγόρια χαριτόβρυτα.

Παθολογία τοῦ ‘ταν πλέον κι ἐμμονή

ὅλο νά βάζει στό μυαλό του ἄσεμνα ὄργια

κι ὅταν πονοῦσε τό κεφάλι ἀπ’ τή ὁρμή

πήγαινε βόλτα ὡς τά κτήματα τοῦ ἀφέντη.

Μά καί ἐκεῖ ἔβλεπε ἡ φύση ὅτι ὀργιάζει

καί ὁδηγεῖ τό ἀρσενικό στό θηλυκό,

σέ ἕναν χορό πού τέλος δέ λέει νά γνωρίσει

καί προκαλεῖ τόν στερημένο ν’ ἀντιδράσει,

νά συμμετάσχει καί αὐτός στό πανηγύρι.

* * *

Γυρνώντας σπίτι τό ἀπόγευμα (ἢ τό βράδυ)

εἶδε στό δρόμο τήν Ἰουλία, ὡραία κόρη,

καί ἐπιτάχυνε τό βῆμα νά τήν φτάσει

μήπως ἡ νύχτα του γεμίσει λίγη τύχη

καί καταφέρει στό κρεβάτι νὰ πλαγιάσει

τά πιό ὡραῖα τῆς Πομπηίας γυμνά στήθη.

Ἕνα-δυό μέτρα πρίν τήν πλάτη της προλάβει

δύο χαμίνια τή σκουντήξανε καί ξάφνου

ὅπως τό πέπλο πού καλύπτει τούς μηρούς της

σκάλωσε πάνω στοῦ ἑνός ληστῆ τό ξίφος

σήκωσε ἐλάχιστα, στιγμιαῖα, τό λινό

και ἀπό κάτω ξεπροβάλαν τά γοφιά της

καί λίγη σάρκα ἀπ’ τόν ἀριστερό γλουτό.

Αὐτή ἀμέσως μέ τά χέρια κατεβάζει

τό ἄτακτο φόρεμα πού ἄτσαλα σηκώθηκε

καί γύρω κοίταξε νά δεῖ ποιός τῆνε πρόλαβε·

ποιός εἶδε λίγο ἀπ’ τό παρθένο της τό σῶμα.

Μά ὁ Τίτος Κλαύδιος εἶχε τρέξει καί χωθεῖ

στήν ἀποθήκη σιτηρῶν τοῦ Γάιου Πίου

πού ξεφορτώνανε τσουβάλια μές στόν Αὔγουστο

καί καθαρίζανε κοπριές τό καταχείμωνο.

Κάτι σκιρτοῦσε στό ρυθμό τόν καρδιακό του

γύρω ἀπ’ τή μέση του, καί ἤξερε τί εἶναι.

* * *

Στάθηκε λίγο νά σταθμίσει τούς κινδύνους.

Λές καί ποτέ δέν τό ξανάκανε ἐκεῖ γύρω.

Ξάπλωσε ἐμπρός ἀπ’ τό παράθυρο τοῦ οἰκήματος

γιά νἄχει θέα τό βουνό πού ἄφριζε μαῦρο.

Κλείνει τά μάτια καί λυγίζει τὅνα πόδι

ὥστε νά ἀνοίξουν λίγο οἱ προσαγωγοί

καί ἡ ἡδονή νά εἶναι ἀκόμα πιό μεγάλη.

Μιά προσομοίωση ἐπαφῆς μέ τήν Ἰουλία

καί τούς γοφούς της, τό κομμάτι τοῦ γλουτοῦ

πού ἡ ἀφορμή ὑπῆρξε γιά τελετουργία

ἐξ ὁλοκλήρου ἀνδρική, καθιερωμένη

ὅποτε πρέπει μιά ἀπόφαση νά πάρεις

ἢ νά σκεφτεῖς πιό καθαρά, νά δράσεις ἄμεσα.

Καθώς τή σάρκα μέ τό χέρι του χουφτώνει

καί ξεκινᾶ νά παίζει τρέμολο ἡ χορδή

ὁ Τίτος Κλαύδιος ἀπ’ τόν χρόνο ἔχει βγεῖ

καί πλέον ἀδιάφορος τοῦ εἶναι καί ὁ χῶρος.

Περνοῦν κορδέλα στό μυαλό του οἱ γυναῖκες

τί Ἰουλίες, Σουλπικίες, Δάφνες, Τέρτιες…

Πρέπει πιό γρήγορα νά κάνει, νά τελειώνει

μιά τελευταία φορά ἐτοῦτο τό μαρτύριο.

Κι ὅταν λευκή λάβα λερώνει τόν μανδύα του

ἀποτραβιέται κλειδωμένος κι ἀναμένει.

A.B.Γ.

Share on Facebook

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *