∇
Δεν είχε στη ζωή του βγάλει οχτάωρο, κάτι τα νοίκια του μπαμπά, κάτι τα χαλυβδόφυλλα των νάιντις, ξέπεσε· κρίση αφού, τράβηξε να δουλέψει
ò
σε κέντρο...
Σήμερα το πρωί
μια κόκκινη τουλίπα φύτρωσε
(...)
την έκοψα
την έκαψα
την πάτησα
-δεν την αγάπησα-
Σήμερα το πρωί
μια ολόλευκη πεταλούδα πέταξε
(...)
την έπιασα
την έπνιξα
την έλιωσα
-δεν την πρόσεξα-
Βλέπετ' εγώ
μολύβι δε κρατώ
μήτε...
πρώτα φώναξα δυνατά, μετά απομονώθηκα
κάποτε πρόδωσα και ύστερα μετάνιωσα
και επειδή τιμωρήθηκα και συγχωρέθηκα
έχω μισήσει αυτόν που λάτρεψα
και καταστρέφω ό,τι φτιάχνω
λοιπόν, γι’ αυτό:
βλέπω το φεγγάρι...
Δύο παχύσαρκοι τοξοβόλοι,
φέροντας ενδύματα και τίτλους μασoνίας
κατασκοπεύουν τις σκιές των κουνουπιών τα βράδια.
Τις αιχμαλωτίζουν και τις βαλσαμώνουν.
Ένας μαύρος σκύλος,
καθοδηγούμενος από το φόβο του θανάτου
πηγαίνει...
Ο Αγαθός Βασιλιάς
δε θανατώνεται ποτέ,
δεν αποθνήσκει.
Το προσωπείο του θανάτου δε γνωρίζει.
Μονάχα υπό το φόβο του αντιπάλου στρατού
-του σκοτεινού του εαυτού-
ασφυκτιά και παραδίνεται,
αποδέχεται κι αφήνεται.
Ωώ!...