Εμένα δε μου φαίνεται στενάχωρο

    Έτρεξα και βρήκα τη βιτρίνα στη Χαριλάου Τρικούπη που είχε το μουσικό
κουτί με τη νεράιδα, να τ’ αγοράσω. Πάει πέρασε ο καιρός που το είχαν προς
πώληση, τουλάχιστον αφιέρωσα λίγα λεπτά ή ένα εικοσάλεπτο μπροστά στους
καθρέπτες της βιτρίνας με σκοπό να καταλάβω
ποια είμαι,
ποια ήμουν
και ποια θα είμαι από εδώ και πέρα.
    Ίσως να έχω αποδεχτεί τις ευαισθησίες μου, ίσως για αυτό να σου έδειξα την
αδύναμη πλευρά μου, ίσως κάποια στιγμή σου πω ότι έπαιζα με τις κούκλες μου
μέχρι τη δευτέρα λυκείου. Τώρα έχω αυτά τα μικρά κουκλάκια και κάθε βράδυ πριν
κοιμηθώ τα βάζω αγκαλιά και χορεύουν, μέχρι τα ξημερώματα. Για να μην
αγκαλιάζω μαξιλάρια, για να μην μου λείπουν τα μωρά και οι κούκλες που άφησα
στο πατρικό μου ― εσκεμμένα, μήπως και αποκοπώ.
Γέμισα το σπίτι λουλούδια ξανά, για να πνιγώ μέσα σε αυτή τη δήθεν
ομορφιά που σηματοδοτούν. Τα παντζούρια έχω να τα ανοίξω μια βδομάδα και ο
βήχας απ’ εκείνο το σαββατοκύριακο δεν λέει να μ’ αφήσει. Θα με πνίγει μέρα με τη
μέρα, σ’ εκδίκηση που στέρεψαν τα δάκρυα μου, που δεν έχω άλλα να κυλήσουν ―
για εμένα, όχι για εσένα.
Δεν μπορώ να βολέψω τον εαυτό μου.
Το ψυγείο είναι άδειο, τα ρούχα από εκείνο το ταξίδι ακόμα στον σάκο, με
την αλμυρή γεύση των δακρύων μου ή με το αλάτι το θαλασσινό. Δεν ξέρω από τι
πότισαν πιο πολύ. Κι εγώ όλη μέρα πίνω μονάχα τσάι, περπατάω την Αθήνα και
διαβάζω ένα βιβλίο την μέρα. Μοιάζω πολύ με τη Μυρσίνη. Πίνω τσάι μπας και
συνηθίσω στις μέρες που θα λείπω.
Αγοράζω χρωματιστά πουλόβερ σε παλ αποχρώσεις, ξεχωρίζω εκείνο το
κίτρινο που μοιάζει μ’ αυτό απ’ την Κινέζα του Γκοντάρ. Μάλλον θα γίνει δεύτερο
πετσί μου φέτος το χειμώνα· μάλλον μου’ χει εντυπωθεί η τρυφερότητα του χαδιού
από εκείνο το στιγμιότυπο απ’ το ποίημα του Πρίγκιπα Κρίνου.  
Γιατί δεν ξέρω αν στο είπα αλλά δεν μπορώ να ακουμπήσω πια τα χέρια μου
μεταξύ τους, ακουμπάω τις παλάμες μου και πονάω από τη φροντίδα που ξεχειλίζει,
που έχω μόνο για εσένα.
Φοβάμαι θα μου πέσουν τα μαλλιά γιατί κάθε φορά που αναγκάζομαι να
πλύνω τα χέρια μου ― λούζω τα μαλλιά μου. Με μίσος, μπας και επανέλθει ο πόνος
στο κεφάλι μου. Κάποτε καιγόταν ολόκληρο, τότε που το είχα βάλει ανάμεσα στη
μέγγενη μέχρι να μου σπάσει το κρανίο. Ίσιωσαν από τα πολλά σαμπουάν ή από την
πολλή στεναχώρια. Φανταζόμασταν ότι με τη στεναχώρια απλά θ’ ασπρίζανε οι
τρίχες μας ― πόσο γελαστήκαμε, για άλλη μια φορά. Πέταξα όλα τα αντισηπτικά για
να μην ξεχαστώ στον δρόμο μετά το μετρό και θελήσω να καθαρίσω τα χέρια μου.
Γράφω στο ημερολόγιο τις μέρες που περνούν. Τις νιώθω να ριζώνουν μέσα
μου και δεν ξέρω πότε θα σταματήσω να σημειώνω, ή πλέον τι μορφή λαμβάνουν.

Μακριά από εσένα. Ή μετρώ τις μέρες για να φύγω απ’ την Αθήνα· πάλι μακριά από
εσένα.
Ημέρα No. 4, ημέρα No. 13, ημέρα Νo πότε θα σταματήσει να με νοιάζει;

ε.β.

ΑΛΛΕΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ

Pietà

  Στη Ν. Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε το καλοκαίρι...

Η Καθημερινή

Συνταξιούχος δικηγόρος μετρίου αναστήματος, ετών περίπου 75 —μπορεί και 80—, κατεβαίνει...

Genocide

Τα μάτια του κόσμου στη Ράφα στραμμένα, παράλυτα στέκουν ενάντια...

Νάρκες

Τα φώτα έχουν χαμηλώσει. Επιστρέφονται, σιγά σιγά, τα δανεισμένα...