Κεφάλαιο 88

Κεφάλαιο 88

Κι η καρδιά μου έγινε σαν πάσσαλος να ανέβει πάνω του ο κισσός να φτάσει στον ήλιο υποθέτω. Το στήθος μου έγινε έδαφος νωπό, μια Τρίτη καθημερινή, μια οποιαδήποτε μέρα για τους ξυλοκόπους. Τα έλατα έπεφταν ένα ένα με γδούπο. Δεν τα σήκωναν. Το στομάχι μου έγινε κινούμενη άμμος και τα χέρια μου άχρηστα να σηκώσουν κι οι ώμοι μου λύγισαν. Τα γόνατα λύγισαν αλλά περπάταγα αρνούμενος να πέσω κάτω, να συρθώ. Και δεν ήξερα τι το προκαλούσε όλο αυτό. Θλίψη ήταν; Δεν θυμάμαι ποτέ ως τώρα να ’θελα να βγάλω τα μάτια μου ένα ένα με κουτάλι να ακούσω το «πλοπ» από τη θλίψη. Οργή; Με αυτή την  πόρνη είχα δεσμευτεί να μην ξαναγαμηθώ μα ας μην κρύβομαι από μένα αγαπώ τις πόρνες. Και πάλι απόσταση ήθελα να σκοτώσω ένα ένα κάποια κομμάτια από τον εαυτό μου να μην.  Φόρεσα τα δάκρυα μου. Κι έκατσα από πίσω. Όλο άσκηση κι άσκηση κι άσκηση. Όλο άσκηση κι άσκηση κι άσκηση. Όλο άσκηση κι άσκηση κι άσκηση. Κι ο πατέρας μου έλεγε, όλο άσκηση κι άσκηση κι άσκηση. Κι η μάνα μου έλεγε.

Κι όλο…

Φόρεσα τα δάκρυα μου κι έκατσα από πίσω κι όποτε τα φόραγα το πρόσωπό μου γινόταν μονομιάς ουδέτερο κι όλο άσκηση. Έδενα κι έδενα από πίσω κι έδενα με αλυσίδες ξανά και ξανά και ξανά κι άσκηση. Μέχρι να ματώσουν τα

Κι όλο προσδοκίες. Όταν βρισκόμουνα στα δάση εκεί έπαυαν. Εκεί στεκόμουν μόνος. Αυτή η βαθιά ανάγκη για σύνδεση κι επικοινωνία με παίδευε και έτοκε απογοήτευση. Απογοήτευση κι απογοήτευση κι απογοήτευση. Κι η εμπειρία έλεγε βαδίζεις μόνος, μα η καρδιά έλεγε να βαδίζω με παρέα και προσδοκούσα κι εμπιστευόμουν για να κατακρημνιστώ πάλι και να σφίξει η καρδιά μου να γίνει πέτρα και πάλι άσκηση.

Το ένα φτερό προσπαθούσε να με τραβήξει πάλι έξω, στη νηνεμία της αποστασιοποίησης, να τα θανατώσει όλα, να ηρεμήσω. Κι αν με ρώταγε τι ήθελα, μια ερώτηση που μου έκανε συχνά και γω σε μένα τώρα δεν θα ’χα να αποκριθώ.

Να γυρίσω πίσω. Να μπουσουλήσω. Να απαρνηθώ τη ζωή την ίδια.

Φόρεσα τα δάκρυά μου σήμερα. Το στόμα μου μου δίνε γεύση μετάλλου, να σπάσω τις αλυσίδες που μου έβαλα να αμολήσω το κτήνος που φυλούσα, που με γέμιζε ενοχή και μόνο που με ανέπνεε. Και το Ένα Φτερό με ακούμπησε στον ώμο, να το δαμάσω, με προέτρεψε.

Κι ο Σαμάνος, ο Σαμάνος σώπασε το φτερό και γυρνώντας σε μένα με ρώτησε τι θέλω, πιστός στη συμφωνία μας να σπάσω γόνατα, να κλείσω τρύπες, κνήμες να θρυμματίσω, να καταπιώ γλώσσες πύρινες, στήθη να αφαιρέσω το βάρος τους, δόντια να τα κάνω περιδέραια, τρύπες ματιών να βάλω το καυλί μου. Το Ένα Φτερό ακούμπησε τον ώμο μου, άσκηση κι άσκηση κι άσκηση. Ο Σαμάνος είπε, μα όλο άσκηση κι άσκηση κι άσκηση και παραμονή μόνο για την άσκηση και που το θέλω. Μα το θέλω δεν το θέλω κι απόκαμα της άσκησης, παραίτηση πάλι (;). Όχι. Ο θάνατός μου ήταν λίγος μπρος στη γέννησή μου. Φόρεσα τα δάκρυά μου σήμερα. Είναι αλήθεια πως ποτέ δεν ήξερα τι να κάνω τα λόγια μου, κι επωμιζόμουν την ευθύνη κάθε πράξης ακόμα κι αν δική μου δεν ήταν. Για όλα έφταιγα εγώ κι η ενοχή έμπαινε από τα ρουθούνια μου κατευθείαν στον εγκέφαλο. Να μισώ, να αγαπώ, να θλίβομαι, να χαίρομαι, να είμαι απαθής, να ευχαριστιέμαι, κι ό,τι εξυπηρετεί τον σκοπό μου να ’ναι η μνηστή που θα ζεσταίνει το κρεβάτι μου, να φροντίζω έπειτα, να αποδυναμώνομαι, να με θέλουν άνδρα, να μην ξέρω τι σημαίνει. Ποτέ δεν έμαθα τι να κάνω τα λόγια μου, άλλο ήθελα να πω κι άλλο έλεγα κι όταν έλεγαν κάτι, κάτι άλλο καταλάβαινα κι ήθελα να απαντήσω σε αυτό κι απάνταγα και με διέψευδαν και το δεχόμουν. Κι όλο έλεγα τι το δέχομαι αυτό, σε τι εξυπηρετεί κι η απάντηση ήταν στην άσκηση. Και μου θόλωνε το μυαλό κι το πάγωνε. Έσφιξα τα χείλη μου.

Τι ήταν αυτό που ονομάζεται ζωή, τι είναι το δέντρο, η βροχή, ο ποταμός, το αίμα τι είναι; Η προδοσία κι η εμπιστοσύνη; Το κορίτσι με τα χίλια πρόσωπα όπου και να το συνάντησα κοιμόταν λίγο. Γιατί; Στον Πρίγκιπα έβρισκα περισσότερα ακουμπήματα. Αγόραζα τους φόβους τους και πουλούσα τις ελπίδες τους, ξέρναγα με τις επιθυμίες τους, αποδοκίμαζα την έλλειψή τους. Κοιμόταν λίγο. Ή κοιμόταν άσχημα όταν ήταν μόνη κι ήθελα να κοιμάται καλά, όταν κοιμόταν μαζί μου, δεν κοιμόμουν καλά όταν κοιμόμουν μαζί του, δεν κοιμόμουν καλά όταν δεν κοιμόμουν μαζί του. Μόνο μαζί μου. Είχε θρονιαστεί στο στέρνο μου και δεν έλεγε να το κουνήσει, είχε φρακάρει στον λαιμό μου και δεν έλεγε να βγει. Κουτούλαγα το κεφάλι μου στα σίδερα μιας φυλακής που έφτιαξα για μένα και με κλείδωσα μέσα κι πέταξα το κλειδί. Κουτούλαγα. Κουτούλαγα. Κουτούλαγα. Κουτούλαγα. Κουτούλαγα. Κουτούλαγα. Κουτούλαγα. Κουτούλαγα.

Φόρεσα τα δάκρυά μου σήμερα.

 

«Μάνα θα κάνω εμετό, Σιγοψυρίθισματα ενός βαρβάρου στον εμφύλιο, πριν από την αυτοεξορία, τη μάχη, τον Έρωτα».

*Φωτογραφία: Ioanna Spithouraki Photographer