Κάτι ξέχασε. Κάτι που ήθελε να πάρει μαζί της ή κάτι να κάνει στο σπίτι; Λεφτά, κλειδιά πήρε. Θερμοσίφωνα δεν ανάβει σχεδόν ποτέ, έχει ηλιακό, μάτι δεν άναψε γιατί έφαγε σαλάτα, το ραδιόφωνο είναι επίτηδες ανοιχτό όταν φεύγει. Τι σκατά ξέχασε; Έφυγε με το κεφάλι στραμμένο στα μάρμαρα του κοινόχρηστου διαδρόμου, πάτησε μηχανικά το κουμπί του ασανσέρ και περίμενε σμίγοντας τα χείλη της σε περίεργα σχήματα. Μιλούσε στον εαυτό της από μέσα της πάλι. Αν το έκανε απ’ έξω της φοβόταν πως θα την περνούσαν για τρελή. Περίμενε όσα δευτερόλεπτα είχε συνηθίσει το σώμα της να περιμένει και τράβηξε την πόρτα. Γδούπος. Δεν ήταν η ώρα. Εισέπνευσε τόσο βαθιά, θαρρείς και το οξυγόνο θα εισχωρούσε στον εγκέφαλό της, θα έκανε μανούβρες με δεξιοτεχνία και θα έβρισκε μέσα στο χάος μια πινακίδα με κόκκινα βέλη που θα αναβόσβηναν και θα έγραφαν ‘’ΤΙ ΞΕΧΑΣΕ Η ΜΑΡΙΤΙΝΑ’’. Ούτε καν. Εκπνοή απογοήτευσης και η πόρτα του ασανσέρ έτοιμη ν’ ανοίξει. Φωτάκι κίτρινο της μιζέριας, λίγο σπασμένο πάτωμα, όπως άλλωστε ενδείκνυται για ασανσέρ που επιβιώνουν απ’ το ’82, μια μικροσκοπική παλάμη κάτω απ’ τη μέση του καθρέφτη. Εμ βέβαια. Η μάνα του το καθαρίζει το τζάμι; Κοιτώντας το –ίσως κάποτε- λευκό ταβάνι του ασανσέρ άφησε τη σκέψη του ‘’τι ξέχασε’’ να εξατμιστεί. Ή μάλλον να κολλήσει στο ταβάνι μαζί με τόσες άλλες βρομιές. Βγήκε έξω και ανέπνεε δυνατά. Ήταν σημαντικό να αναπνέει πιο δυνατά από τα αμάξια μια ημέρα σαν αυτή. Αλλά τα οχήματα όλων των ειδών, επέμεναν, όλο και γκάζωναν, έκαναν κωλιές, κόρναραν στα κόκκινα φανάρια βρίζοντάς τα κι εκείνη κουνούσε τα χείλη της –τα κόκκινα απ’ τις δαγκωματιές χείλη της – σχηματίζοντας αρμονικές και ρυθμικές βρισιές.
As far as my eyes can see
there are shadows approaching me [1]
Κάπου βαθιά μέσα της αντιλαλούν στιχάκια οικεία. Και η αλήθεια είναι πως σιγά σιγά ταυτίζεται με όσους κορνάρουν στα κόκκινα φανάρια. Τώρα τα χείλη της σιγοβρίζουν τα πλαστικά αντικείμενα που ορίζουν την κίνηση. Την κρατάνε μακριά της. Ναι, θα μπορούσε να πάρει λεωφορείο αντί να περπατήσει 4,6 χιλιόμετρα, αλλά υπολόγισε το χρόνο και δε θα αργήσει. Θα είναι εκεί στην ώρα της. Σίγουρα θα τη δει. Δεν πήρε κινητό μαζί, τι σημασία είχε; Έτσι κι αλλιώς εκείνη αποκλείεται να την έπαιρνε τηλέφωνο. Για όλους τους άλλους χέστηκε. Τι ξέχασε γαμώτο; Λουλούδια; Όχι, αλλά καλή ιδέα, θα βρει ένα ανθοπωλείο και θα της πάρει μερικά. Βασικά καλύτερα γλάστρα γιατί δε θέλει νεκρά πράγματα γύρω της. Έφτασε στο ανθοπωλείο, απ’ τα φυτά ξεπρόβαλλε μια κοπέλα με κίτρινη σαλοπέτα, γλυκιά. Χαμογέλασαν.
-Μπορώ να σε βοηθήσω;
-(Εξαρτάται πώς το εννοείς) Μια γλαστρούλα θα ήθελα, έτσι ελαφριά και μαζεμένη. Να μην πιάνει πολύ χώρο γιατί έχει πολλά φυτά η φίλη μου.
-Θα έχει χρόνο να το φροντίζει;
-Άπλετο.
-Ποιο χρώμα της αρέσει;
-(Μαύρο, διάφανο, όλα μαζί ή κανένα) Μωβ.
Πήρε ένα γλαστράκι, ούτε που συγκράτησε τ’ όνομα, σκέφτηκε να το ονομάσει ‘’Εσμεράλδα’’ και να της το πάει. Επιτάχυνε το βήμα της γιατί ή είχε αργήσει, ή απλά ανυπομονούσε να τη δει.
And someday in the midst of time
when they ask me if I knew you
I’d smile and say you were a friend of mine [1]
Πάντα τραγουδούσε από μέσα της όταν βιαζόταν. Της έδινε ρυθμό στο περπάτημα. Έφτασε. Αχανής η έκταση, δεν ήξερε πού να πάει. Σκέφτηκε ‘’πού θα ήθελε να αράξει τώρα η Κατερίνα Κατερινάκι μας;’’ Ακολούθησε το ένστικτό της και πήγε σ’ ένα από τα λίγα σημεία με σκιά. Απλά πράγματα. Παγκάκι, πέτρες, λάσπες, κυπαρίσσια και Σταυροί. Και τα βασικότερα: Ξύλα, λουλούδια και κεριά. Να στολίζουν ευοδιές την Κατερίνα της.
And someday in the midst of time
when they ask you if you knew me
remember that you were a friend of mine
as the final curtain falls before my eyes. [1]
Σωστή επιλογή η ‘’Εσμεράλδα’’. Ταίριαζε το μωβ με το λευκό της νυφικό. Ανέγγιχτη από δαίμονες, λουσμένη φως στα μάτια της Μαριτίνας. Τώρα δεν άκουγε τίποτα. Καμία από τις δύο. Όλα βουβά. Ούτε παπάδες, ούτε κλάματα. Ανάμεσά τους μόνο μουσική και το ρυθμό να κρατάει η μία καρδιά. Η Μαριτίνα έσμιγε τα δαγκωμένα, πλέον ελαφρώς ματωμένα χείλη της και σιγοτραγουδούσε
Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία.
Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα [2]
Βρέθηκε σπίτι. Μπήκε στο μπάνιο να ξεράσει λίγο πόνο. Το πλυντήριο τελειωμένο. Κάτι μαύρο γυάλιζε μέσα. Άνοιξε την πόρτα του πλυντηρίου. Παντού φιλμ μπλεγμένο με ρούχα. Και μια μαύρη κασέτα με επιλογές αγαπημένων τραγουδιών. Κι ένα χαρτάκι φρεσκοπλυμένο, μοσχομυρωδάτο και κομματιασμένο να επιπλέει γράφοντας Κ+Μ=B.F.F.E.
Να τι ξέχασα η μαλάκω.
*Ελένη Μπούνου
**φωτογραφία: Γιάννης Μπάτσης
[1] The Alan Parsons Project, old and wise, 1982.
[2] Νίκος Καββαδίας, Γυναίκα, 1975.
